Άμυνα

Επιδερμικές παρεμβάσεις, μικροπολιτικές σκοπιμότητες και υπερεξουσίες, σε ένα νομοσχέδιο - Άρθρο στο militaire.gr

Βρισκόμαστε μπροστά σε άλλο ένα σχέδιο νόμου του ΥΠΕΘΑ, το οποίο, παρά τις διαμηνύσεις της πολιτικής ηγεσίας του, δεν ξεφεύγει από τις μικροπολιτικές στοχεύσεις αλλά και τις αστοχίες του παρελθόντος. Πρόκειται για άλλο ένα νομοθέτημα που στη γενική του εικόνα, παρά τις όποιες λίγες διατάξεις που αφορούν σε αυτονόητα ζητήματα μέριμνας προσωπικού, δεν επιτυγχάνει –ή μάλλον δε θέλει- να ακουμπήσει χρόνια προβλήματα του χώρου των ΕΔ, με όραμα ένα μακρόπνοο σχέδιο για τη βελτιστοποίηση και τη θεσμική του θωράκιση στο πλαίσιο λειτουργίας ενός σύγχρονου κράτους και μιας ευνομούμενης Πολιτείας. Αυτό το συμπέρασμά μου φυσικά δε συνάγεται αποκλειστικά από το παρόν σχέδιο νόμου που έχει τεθεί προς δημόσια διαβούλευση, αλλά από τη γενική εικόνα των ως τώρα πεπραγμένων της υφιστάμενης πολιτικής ηγεσίας του ΥΠΕΘΑ και της γενικότερης κυβερνητικής αντιμετώπισης του χώρου.

Δε θα αναλωθώ στα ήσσονος σημασίας θετικά του σχεδίου νόμου, άλλωστε, ως γνωστόν, δε φημίζομαι ως φορέας δημοφιλών απόψεων, παρά θα αποπειραθώ να αποτυπώσω κάποιες πρώτες σκέψεις μου αναφορικά με συγκεκριμένα σημεία.

Η συγχώνευση και σε βάθος χρόνου κατάργηση τριών ξεχωριστών σχολών της ΠΑ, δε με βρίσκει επί της αρχής αντίθετη. Ανέκαθεν υποστήριζα πως η μείωση της διοικητικής γραφειοκρατίας σε επίπεδο δομών και η μείωση δαπανών λόγω αυτής, σε συνεργασία με τα αρμόδια ΓΕ, είναι βασικό βήμα προς μια επιβεβλημένη αναδιοργάνωση των ΕΔ. Όπως όμως έχω αναφέρει και αρθρογραφήσει και στο παρελθόν, είναι επιτακτική η ανάγκη να γίνει μια πλήρης μελέτη και όχι αποσπασματικές παρεμβάσεις που αφορούν κάθε φορά επιδερμικά στο θέμα και της εκπαίδευσης αλλά και της ανάγκης μείωσης δαπανών. Δε θέλω να κουράσω εκφράζοντας ξανά την πάγια και εξόχως αντιδημοφιλή σε κύκλο αποφοίτων και αποστράτων άποψή μου, πως συγκεκριμένες ειδικότητες που πρέπει να φέρουν στελέχη των ΕΔ, είτε αυτές είναι του τεχνολογικού πεδίου είτε άλλων επιστημών, μπορούν να καλύπτονται από την αγορά εργασίας, και όχι να συντηρούνται δομές που απλά ικανοποιούν ένα συντεχνιακό αίσθημα του ανήκειν, με εξόχως «πατριωτικό» πρόσημο. Όμως, θα ήθελα να εκφράσω μια εύλογη απορία, που δεν αφορά μόνο στη συγκεκριμένη σχολή, αλλά γενικότερα στα ΑΣΣΥ, που πλέον είναι τριετούς φοίτησης:

Με την επέκταση, κατά ένα ακαδημαϊκό έτος, της φοίτησης στα εν λόγω ιδρύματα, ποια είναι η πρακτική αλλαγή στις παρεχόμενες γνώσεις; Και δεν εννοώ προφανώς την ονομαστική αλλαγή του προγράμματος σπουδών τους, αλλά επί της ουσίας: Σε αυτό το επιπλέον έτος που θεσμοθετήθηκε, για την εξίσωσή τους με τα ΤΕΙ, ποιες οι παραπάνω γνώσεις και εκπαίδευση που παρέχονται; Γίνεται στην ουσία απλά ένα «τέντωμα» του μέχρι τώρα διετούς προγράμματός τους, ή προστίθενται νέα αντικείμενα, που πριν δε διδάσκονταν ή που ενδεχομένως οι σπουδαστές παραλάμβαναν ως γνώσεις στη μετέπειτα καριέρα τους μέσω άλλων σχολείων/σχολών; Στη δεύτερη περίπτωση, αυτά καταργούνται, αλλάζουν αντικείμενο; Ειλικρινής απορία, η οποία πραγματικά θα ήθελα να μου λυνόταν, κατά το δυνατόν εμπεριστατωμένα.

Πάμε, κατόπιν, στην αναβίωση της ΜΟΜΑ, νυν ΜΟΜΚΑ. Αλγεινότατη εντύπωση προκάλεσε η αρχική της υβριδική δραστηριοποίηση προ μηνών, σε συγκεκριμένο νησί, και μάλιστα με πολιτικές φανφάρες. Σε λεπτομέρειες δε θα μπω, όλοι γνωρίζουμε, όπως άλλωστε και τα ρουσφετολογικά κοινοβουλευτικά αιτήματα, αντιπολιτευόμενων αλλά και βουλευτών της συμπολίτευσης, για δραστηριοποίησή της στις εκλογικές τους περιφέρειες, προς τέρψιν των τοπικών κοινωνιών και για ψηφοθηρικούς σκοπούς. Κυρίως, όμως, είναι ευρέως γνωστή η ευρωπαϊκή νομοθεσία περί ανταγωνισμού, την οποία έχουμε ενσωματώσει στο ελληνικό Δίκαιο, και καθιστά προβληματική την εν γένει λειτουργία του φορέα. Τέλος, δεν μπορώ να αντιληφθώ το γιατί ο στρατός οφείλει να λειτουργεί ως κατασκευαστική εταιρεία, απασχολώντας προσωπικό και μέσα του, σε δραστηριότητες που ουδεμία σχέση έχουν με την αποστολή του. Βέβαια, το ζήτημα «κοινωνικό έργο των ΕΔ» και οι τομείς δραστηριοποίησής τους έχει γίνει προσφάτως και εξόχως επώδυνο αλλά και έχει πάρει, με την παρούσα πολιτική ηγεσία, επικίνδυνες διαστάσεις. Μια κουβέντα όμως μεγάλη, που δυστυχώς και διαρκώς συσκοτίζεται στη σκιά των «εθνικών αναγκών» και των καταστάσεων εκτάκτου ανάγκης. 

Δημιουργείται νέος φορέας, «ομπρέλα» των υφιστάμενων Ταμείων και Μετοχικών Ταμείων των ΕΔ, που θα υπάγεται απευθείας στον ΥΕΘΑ, και θα διαχειρίζεται την αξιοποίηση της ακίνητης περιουσίας των ανωτέρω. Η νέα αυτή, «ευέλικτη» και «ανεξάρτητη», όπως στην αιτιολογική έκθεση αναφέρεται, υπηρεσία, έχει ως στόχο «να διατηρήσει τις ήδη υπάρχουσες δομές διαχείρισης της ακίνητης περιουσίας των ΕΔ και να παρέμβει ήπια σε αυτές, ενισχύοντάς τις με την προσθήκη μιας νέας οργανωτικής μονάδας, η οποία θα στοχεύει στη βελτιστοποίηση του υπάρχοντος πλαισίου λειτουργίας των Ταμείων και όχι στη ριζική μεταβολή του». Με λίγα λόγια, διατηρούμε τις υπάρχουσες δομές, εφεύρουμε μια νέα, ολιγομελή να τις «συντονίζει», η οποία «υπάγεται απευθείας στον Υπουργό Εθνικής Άμυνας». Αν αυτό δεν προσομοιάζει στη λειτουργία της εκκλησίας, καθιστώντας τον εκαστοτε ΥΕΘΑ αρχιεπίσκοπο με πλήρη έλεγχο στα οικονομικά διαχειριστικά μιας περιουσίας που δεν ανήκει στο στρατό, ως αυτοδύναμη ύπαρξη, αλλά στο στρατό ως κομμάτι ενός οργανωμένου κράτους, ούτε ανεξάρτητο ούτε ανεξέλεγκτο, τότε εγώ έχω χάσει κάθε κοινή λογική και οδεύουμε ολοταχώς στο να συζητούμε, εκτός του διαχωρισμού κράτους – εκκλησίας, και το διαχωρισμό στρατού – κράτους. Και προφανώς, με βάση και τις εμπειρίες που έχουμε συλλέξει από τη μέχρι τώρα μικροπολιτική και ψηφοθηρική πρακτική της πολιτικής ηγεσίας του ΥΠΕΘΑ, μπορεί κάποιος κακόπιστος να υποθέσει πως τα όποια έσοδα προέλθουν από την «ανεξάρτητη και ευέλικτη» δράση του ΥΠΑΑΠΕΔ, μπορούν να διατεθούν σε διάφορους, εκλογικά χρήσιμους, σκοπούς, προς τέρψιν συντεχνιακών σκοπών και του πολύ συγκεκριμένου ακροατηρίου που κάποιοι έχουν καταστήσει το προσωπικό των ΕΔ.

Περαιτέρω: Θεσμοθετείται θητεία για τον Α/ΓΕΕΘΑ και για τους Α/ΓΕ. Παρατηρώ μετά θλίψης, όμως, πως η κρίσιμη παράμετρος ορισμού τους δεν αλλάζει. Έχω μιλήσει και κατά την κοινοβουλευτική μου θητεία μου ως Τομεάρχης Άμυνας και με προτάσεις προς την Κοινοβουλευτική Επιτροπή Εξωτερικών και Άμυνας (ήμουν μάλιστα, δυστυχώς, η μόνη που κατέθεσε προτάσεις, όταν ζητήθηκαν), αλλά και έχω αρθρογραφήσει στο εγγύς παρελθόν (τα οποία άρθα μου «υιοθετήθηκαν» μάλιστα και από νεοπαγείς Τομείς Άμυνας νυν κοινοβουλευτικού κόμματος) για την ανάγκη κοινωνικού ελέγχου των ΕΔ. Θεωρώ πως η θεσμοθέτηση θητείας για τους αρχηγούς είναι και απαραίτητη και επιβεβλημένη. Ο ορισμός τους όμως, όπως έχω επιμείνει, είναι επιτακτική ανάγκη να γίνεται μέσα από διαφανείς διαδικασίες που να αυξάνουν το ρόλο της Βουλής (και συνεπώς της ευθύνης του πολιτικού συστήματος και προσωπικού) και του κοινωνικού ελέγχου, με θεσμοθετημένα κριτήρια, ώστε και επισήμως να σταματήσει η μάστιγα των μικροπολιτικών παιχνιδιών, προσεταιρισμών και εκδουλεύσεων. Κάτι τέτοιο, με βάση το παρόν σχέδιο νόμου, δε διαφαίνεται στον ορίζοντα, καθώς ναι μεν θεσμοθετείται θητεία, αλλά με τους ίδιους αδιαφανείς όρους που μέχρι τώρα η διαδικασία αυτή εκτελείται. Επίσης, σαν κερασάκι στην τούρτα, έρχεται και η απροσδιόριστη φράση εντός του σχεδίου νόμου, πως ο κάθε αρχηγός μπορεί να αποστρατευθεί με εισήγηση του ΥΕΘΑ, «για σοβαρούς λόγους». Σοβαροί λόγοι, όμως, που δεν ορίζονται, που κινούνται στο χώρο της ψυχανάλυσης, όπως όλοι καταλαβαίνουμε, δεν έχουν θέση σε ένα νομοθέτημα και δημιουργούν, ευλόγως, διόλου ευχάριστες σκέψεις.

Αναφορικά με τις διατάξεις περί μέριμνας προσωπικού, δε θα ήθελα να προβώ στον αυτονόητο σχολιασμό, που άπτεται στη διευκόλυνση ευαίσθητων κατηγοριών ένστολων συμπολιτών μας, που οφείλουν να απολαμβάνουν διευκολύνσεις στο πλαίσιο της εύρυθμης οικογενειακής ζωής τους. Οι όποιες διορθώσεις γίνονται είναι καθολικής, άλλωστε, αποδοχής και ορθώς.

Συνεχίζονται οι αποσπασματικές παρεμβάσεις που αφορούν στην υπηρεσιακή εξέλιξη των στελεχών των ΕΔ, όπως η αναγνώριση σπουδών και η τακτοποίηση της βαθμολογικής εξέλιξης μέρους στελεχών, κάτι που δεν αποτελεί παρά παυσίπονο σε βαριά ασθένεια. Βλέπουμε πως διαιωνίζεται η σε βάθος ετών άρνηση για βαθμολογική και ασφαλιστική τακτοποίηση, στο πλαίσιο του αισθήματος δικαιοσύνης, ενός μεγάλου αριθμού ΕΜΘ, κι αυτό δεν άπτεται μόνο στην οικονομική δυσπραγία, αλλά, ιδιαιτέρως ως προς το βαθμολογικό, στην άρνηση και σε ιδεοληψίες της εκάστοτε στρατιωτικής ηγεσίας.

Παρόλα αυτά, δε θα κουραστώ να λέω, πως δεν υπάρχει ένα μακρόπνοο, συνεκτικό σχέδιο, που θα πρέπει να αρχίζει και να τελειώνει στο τι ΕΔ θέλουμε και μπορούμε να συντηρούμε, με τον καλύτερο δυνατό τρόπο και με τους διαθέσιμους πόρους. 

Σχετικά με τις περί συμβάσεων διατάξεις του σχεδίου νόμου, θεωρώ πως έχω και στο παρελθόν τονίσει και εξαντλήσει την επιχειρηματολογία μου, που αποτελούσε επίσης πρότασή μου για τη λειτουργία της αντίστοιχης Κοινοβουλευτικής Επιτροπής: Πάντα, κάθε διάταξη που θα έρχεται με νομοσχέδιο για συμβάσεις του ΥΠΕΘΑ, θα εγείρει ψιθύρους ή και φωνές, λόγω του αλήστου μνήμης παρελθόντος, που ναι μεν μέρος του έχει πάρει το δρόμο της δικαιοσύνης, αλλά και που πεισματικά η κάθε κυβέρνηση αρνείται να υποβάλει σε διαδικασίες διαφάνειας και κοινοβουλευτικής διερεύνησης, ώστε μια για πάντα να εξαφανιστούν σκιές, καχυποψίες και μικροπολιτικοί βερμπαλισμοί.

Προσωπικά αντιλαμβάνομαι πως φυσικά και υφίστανται ανελαστικές ανάγκες επιχειρησιακής υφής για τις ΕΔ. Παρόλα αυτά, μόνο ορθή και διαφανής πρακτική δε συνιστά «η δυνατότητα στα Γενικά Επιτελεία να διενεργούν σε εξαιρετικές περιπτώσεις όλες τις ως άνω διαδικασίες, χωρίς να εφαρμόζονται οι διαδικασίες» νόμων για Δημόσιες Συμβάσεις Έργων, Υπηρεσιών και Προμηθειών. Επιπλέον, όταν ο όρος «ευελιξία» έχει καταστρατηγηθεί πολλάκις και έχει γίνει συνώνυμο του ανεξέλεγκτου, οφείλουμε να είμαστε, το λιγότερο, εξαιρετικά προσεκτικοί στο πώς διαχειριζόμαστε την έννοια «εθνική ασφάλεια». Και επαναλαμβάνω, η εμπιστοσύνη δεν είναι προσωποπαγής, αλλά χτίζεται μέσα από θεσμούς και διαφανείς διαδικασίες, και αυτό είναι προαπαιτούμενο για ένα Κράτος Δικαίου. Το παρελθόν θλιβερό, διερευνάται, και το ελάχιστο που οφείλει η πολιτική ηγεσία του ΥΠΕΘΑ να πράττει, είναι να αποδεικνύει έμπρακτα με τις ανάλογες νομοθετικές παρεμβάσεις, πως κινείται σε διαφορετικά μονοπάτια. Εξάλλου, οι ανελαστικές ανάγκες δεν προέκυψαν προσφάτως, αλλά υφίστανται εδώ και πολύ καιρό.

Φτάνω, τέλος, στα αγαπημένα μου σημεία του παρόντος σχεδίου νόμου.

Με ρύθμιση, εξαιρείται το στρατιωτικό προσωπικό από την αρμοδιότητα ελέγχου του Σώματος Επιθεωρητών – Ελεγκτών Δημόσιας Διοίκησης, με μοναδικό επιχείρημα πως το εν λόγω προσωπικό υπόκειται σε ειδικό πειθαρχικό πλαίσιο, και ως εκ τούτου «κρίνεται υπερβολική» η παρακολούθηση από το ΣΕΕΔΔ.

Κοινώς, ο κ. ΥΕΘΑ κρίνει πως το προσωπικό των ΕΔ, μισθοδοτούμενο απο τον κρατικό Π/Υ όπως και κάθε κρατικός υπάλληλος, δεν οφείλει να διέπεται από τους ελεγκτικούς μηχανισμούς στους οποίους όλοι οι κρατικοί φορείς είναι υποχρεωμένοι να λογοδοτούν, και αυτό είναι κάτι που ουδεμία σχέση έχει με τη «διατήρηση της συνοχής» του στρατεύματος. Είναι αδιανόητο να μην υφίσταται ανεξάρτητος φορέας που να μπορεί να ελέγχει το ΥΠΕΘΑ, σαν αυτό να είναι ένα άβατο. Με εξαιρετικό ενδιαφέρον θα αναμένω, όπως και άλλοι, τη δημόσια τοποθέτηση του συναρμόδιου φορέα αναλογικά με αυτή τη σκανδαλώδη διάταξη.  

Καταλήγω με το άρθρο που προβλέπει την οργανωτική αλλαγή της Μονάδας Εσωτερικού Ελέγχου του ΥΠΕΘΑ.

Όλοι ασφαλώς θυμόμαστε τις δηλώσεις του κ. ΥΕΘΑ περίπου προ ενός χρόνου, για «πρωταρχικό πατριωτικό καθήκον ο σεβασμός στα χρήματα του ελληνικού λαού», μαζί με πλείστες άλλες αναφορές, εντός και εκτός Βουλής.

Στο πλαίσιο αυτό, λοιπόν, κρίνει ως σκόπιμο να νομοθετήσει ώστε ο πλήρης επιχειρησιακός έλεγχος της εν λόγω υπηρεσίας να περιέλθει αποκλειστικά στη δικαιοδοσία του –εκάστοτε- ΥΕΘΑ, πάλι φέροντας ως επιχείρημα τις «ιδιαιτερότητες» του Υπουργείου σε σχέση με τα κοινά λοιπά του δύσμοιρου ελληνικού κράτους, που δε διέπονται από τον στρατιωτικό πειθαρχικό κώδικα, ο οποίος, μετά λύπης μας, δε μας διέσωσε όμως από φαινόμενα διαφθοράς μεγάλων διαστάσεων στο –όχι και τόσο απώτερο- παρελθόν. Συνεπώς, έρχεται ο –εκάστοτε- ΥΕΘΑ, ως κατέχων από κάποια μεταφυσική παρουσία το χρίσμα, αυτοδικαίως και αμα τω ορισμώ του, να λάβει τον τίτλο του εκκαθαριστή και του αμέμπτου ηθικής, αυτός και μόνο.

Και, φυσικά, αυτός ο ίδιος θα διορίζει και τον Διευθυντή που θα προϊσταται της εν λόγω υπηρεσίας, σαν αυτή να αποτελεί πολιτική θέση και όχι οργανικό κομμάτι υπουργείου. Αν αυτό δεν αποτελεί καταστρατήγηση κάθε έννοιας διαφάνειας και κράτους Δικαίου, τότε, πραγματικά, σηκώνω τα χέρια ψηλά και αναμένω την αντίδραση του έτερου κόμματος της συμπολίτευσης, που επίσης μιλά για πάταξη της διαπλοκής και της διαφθοράς. Πάντως, με τέτοιες πρακτικές που παραπέμπουν σε ενός ανδρός Αρχές, δε νομίζω πως βρίσκεται σε καλό δρόμο αυτή η υπόθεση. 

Κλείνοντας, θα ήθελα να εκφράσω, για άλλη μια φορά, την έντονη ανησυχία μου, για τα όσα βλέπουμε να διαδραματίζονται με φόντο τις δηλώσεις και τις πρακτικές του κ. Καμμένου, από την αρχή της ανάληψης των καθηκόντων του ως ΥΕΘΑ, με την παράλληλη «λευκή επιταγή» που του έχει δοθεί από το έτερο κόμμα – κορμό της κυβέρνησης, που είναι εμφανές πως δε θέλει να ασχοληθεί με το χώρο των ΕΔ, παρόλο που είναι το κατεξοχήν πεδίο που θα μπορούσε μια αριστερή κυβέρνηση να αφήσει ένα πραγματικό προοδευτικό αποτύπωμα, χωρίς ιδεοληψίες αλλά και χωρίς φόβο.

Έχουμε γίνει μάρτυρες πως ο χώρος των ΕΔ, εν ονόματι του «κοινωνικού έργου» του, έχει παρεισφρήσει υπέρ το δέον, σε πολλούς τομείς λειτουργίας ενός κράτους, που κάθε άλλο παρά στην αποστολή του εμπίπτουν. Βλέπουμε πως αυτό συνυφαίνεται επί μονίμου βάσεως τελευταία, υπό το πρίσμα «έκτακτων εθνικών αναγκών», όπου η πολιτική ηγεσία επιλέγει να αναθέτει αρμοδιότητες και συντονισμό πολιτικών φορέων σε έναν στρατό – «πατερούλη», που αναζητεί δια μανίας όλο και περισσότερο προσωπικό, κάθε είδους, για να υποστηρίξει έναν διευρυμένο ρόλο που σε μια σύγχρονη Πολιτεία δεν οφείλει και δεν πρέπει να έχει. Και αυτό δεν αποτελεί αριστερή ιδεοληψία, αλλά ορθή πρακτική ενός σύγχρονου κράτους.  

Οι ΕΔ, όσο κι αν ο εκάστοτε ΥΕΘΑ θέλει να έχει αναβαθμισμένο πολιτικό ρόλο και μεγάλο «πελατολόγιο», για την υποστήριξη της πολιτικής του ιδεολογίας και για τη διαχείριση της εκλογικής του ανταγωνιστικότητας, αντίστοιχα, δεν μπορούν να υπεισέρχονται και να αντικαθιστούν μια κρατική λειτουργία, η οποία, όσο προβληματική και με ελλείψεις μπορεί να είναι, οφείλει να βρει τρόπους να ανταποκριθεί στις ανάγκες, έκτακτες ή μη, με λειτουργικά και θεσμικά ξεκάθαρες αρμόδιες αρχές.

Η απόπειρα δημιουργίας μιας «κάστας» κρατικών υπαλλήλων, για τους λόγους που ανέφερα ακριβώς παραπάνω, είναι ένα πολύ ριψοκίνδυνο μονοπάτι, την επιλογή του οποίου στο παρελθόν έχουμε πληρώσει πολύ ακριβά, κυριολεκτικά και μεταφορικά.

Η συνευθύνη ανήκει κυρίως στον πλειοψηφούντα κυβερνητικό εταίρο ΣΥΡΙΖΑ, που πρέπει άμεσα να αποβάλει τη φοβία που τον διακατέχει ως προς την ενασχόληση με το χώρο των ΕΔ και να προβεί σε άμεση οριοθέτηση του μέχρι πού μπορεί ο κυβερνητικός του εταίρος να κινείται θεσμικά. Οι ΕΔ αποτελούν αναπόσπαστο και νευραλγικό κομμάτι του ελληνικού κράτους, και τα στελέχη αναπόσπαστο κομμάτι της ελληνικής κοινωνίας, ώστε να αφεθούν στην τύχη μιας αμφιβόλου σκοπού διαχείρισης, για μικροπολιτικά οφέλη και δούναι και λαβείν μεταξύ κυβερνητικών εταίρων. 

Η Αριστερά, οφείλει ή να ομολογήσει την άγνοιά της για το χώρο, ή να σταματήσει να είναι ωσεί παρούσα στο ΥΠΕΘΑ και στα ζητήματα που άπτονται της πολιτικής ηγεσίας του. Άλλωστε, αν θέλει να αφήσει το δικό της αποτύπωμα σε μια μακρόπνοη προοδευτική διακυβέρνηση, κάποια στιγμή θα χρειαστεί εκ των πραγμάτων να το πράξει, όσο κι αν το φοβάται. Κι αυτό δε θα συμβεί, ψηφίζοντας νύχτα τροπολογίες που δίνουν υπερθεσμικές αρμοδιότητες στις ΕΔ, ή καθιστώντας το ΥΠΕΘΑ τοποτηρητή, συντονιστή και προϊστάμενο για πάσα ανάγκη και νόσο.

 

10580394 10153081778183312 944686213 n

top banner par-2

 
Copyright © 2012. www.mariayannakaki.gr | Όλα τα νέα σήμερα newspolis.gr | Designed by Shape5.com

Η επίσημη ιστοσελίδα της Μαρίας Γιαννακάκη | υποψηφιοι, Αττική, περιφέρεια, Παρέμβαση, για την Αττική, Β' Πειραιά, Κορυδαλλός, Κερατσίνι, Νίκαια, Δραπετσώνα, Αγ. Ιωάννης, Ρέντης, Πέραμα, Πειραιάς, Ανθρώπινα, δικαιώματα, LGBT, ισότητα, Εξωτερική, πολιτική, Εθνική Άμυνα, Τουρκία, Κύπρος, Κυπριακό, Ευρωπαϊκή, Ένωση, ομοφυλόφιλοι, Ρομά