Αρθρογραφία

Συμφωνία; Ναι, αλλά σε ποια χώρα και με ποιο σχέδιο; - Άρθρο στο protagon.gr

Η μανιχαϊστική θεώρηση των πολιτικών και κοινωνικών δρώμενων στη χώρα δυστυχώς συνεχίζεται. Ο απολιτικός διαχωρισμός μνημόνιο-αντιμνημόνιο μετεξελίχθηκε στον ακόμα ποιο επικίνδυνο συμφωνία-ρήξη. Δίλημμα το οποίο παρακάμπτει την πολιτική ανάλυση των δεδομένων και την αναγκαιότητα πρότασης για το μέλλον της χώρας και ομαδοποιεί τους πολίτες απευθυνόμενο στο θυμικό τους.
Με όρους πολιτικούς δεν είναι δυνατόν να υπάρχει δημοκρατικός πολίτης που να μην επιθυμεί τη συμφωνία της κυβέρνησης με τους εταίρους. Το ερώτημα είναι ποια συμφωνία και, κυρίως, σε ποια χώρα θα εφαρμοστεί και ποιο σχέδιο ανασυγκρότησης θα εξυπηρετήσει.
Είναι ψευδεπίγραφο το ερώτημα της προοπτικής ή όχι της ρήξης. Πώς προσδιορίζεται, τι επιπτώσεις θα έχει στην κοινωνία; Όσο παρατείνονται οι διαπραγματεύσεις πραγματοποιείται μια πιο συγκεκριμένη και απείρως πιο επώδυνη ρήξη. Αυτή στην πραγματική οικονομία, η οποία απονεκρώνεται με επιχειρήσεις να κλείνουν και εργαζόμενους να χάνουν τη δουλειά τους ή να παραμένουν εργαζόμενοι χωρίς να πληρώνονται.
Είναι αδήριτη ανάγκη να τελειώσει η παρατεταμένη αβεβαιότητα , να «ανασάνει» η οικονομία και η κοινωνία και να ασχοληθούμε επιτέλους με το σχέδιο παραγωγικής ανασυγκρότησης. Σχέδιο το οποίο είναι εθνική ανάγκη. Ανάγκη επιβίωσης. Και εδώ εμφανίζεται το μεγάλο έλλειμμα στην κυβερνητική πολιτική. Δεν παρουσιάζεται ένα σχέδιο ανασυγκρότησης, την υλοποίηση του οποίου θα εξυπηρετεί η προσδοκώμενη συμφωνία.
Η παραγωγική ανασυγκρότηση της χώρας όμως δεν μπορεί να επιτευχθεί με τεχνοκρατικού χαρακτήρα παρεμβάσεις. Απαιτούνται μεγάλες και ριζικές μεταρρυθμίσεις, οι οποίες θα δημιουργήσουν τις συνθήκες για την εφαρμογή οποιουδήποτε σχεδίου. Μεταρρυθμίσεις στο δημόσιο, ώστε να καταστεί λειτουργικό και παραγωγικό, ανταποκρινόμενο στις απαιτήσεις της κοινωνίας και στην ανάγκη προστασίας και ενίσχυσης της επιχειρηματικότητας. Οι μεταρρυθμίσεις στον δημόσιο τομέα προϋποθέτουν ρήξη με την ιδιοκτησιακή και ανασχετική λογική των κατεστημένων συντεχνιών και οπωσδήποτε ένα δημοκρατικό, ουσιαστικό, αποδοτικό και αυστηρό σύστημα καθολικής αξιολόγησης. Και με τις συντεχνίες και με τις μεταρρυθμίσεις δεν γίνεται.
Χρειάζεται επίσης η δημιουργία και η ανάπτυξη κοινωνικών δομών, που θα υποδεχθούν και θα υποστηρίξουν ένα μεγαλόπνοο σχέδιο παραγωγικής ανασυγκρότησης. Και αυτές μπορούν να δημιουργηθούν μόνο με την δημοκρατική, προοδευτική μεταρρύθμιση του εκπαιδευτικού συστήματος στο σύνολό του. Ένα εκπαιδευτικό σύστημα το οποίο σε όλες του τις βαθμίδες θα έχει ως στόχο τη διαμόρφωση των ενεργών πολιτών της κοινωνίας και ουσιαστικών συμμέτοχων στην προοδευτική εξελικτική πορεία της. Που θα θωρακίζει με τις απαραίτητες γνώσεις - βάσεις, ιδιαίτερα στην τεχνική εκπαίδευση, τους σημερινούς νέους και αυριανούς υπεύθυνους πολίτες. Στενά συνδεδεμένο, με συνεχή και διαρκή ανατροφοδότηση, με τους εθνικούς αναπτυξιακούς στόχους. Με συνεχή, πλήρη και καθολική αξιολόγηση προσώπων και δομών. Δυστυχώς, οι μέχρι τώρα παρεμβάσεις της κυβέρνησης στον χώρο της παιδείας δείχνουν να κινούνται προς την αντίθετη κατεύθυνση.
Οποιοδήποτε σχέδιο παραγωγικής ανασυγκρότησης δεν μπορεί να επιτύχει χωρίς ευρεία συναίνεση των δημοκρατικών, προοδευτικών και προωθητικών δυνάμεων της χώρας. Με ουσιαστική πολιτική δράση, η οποία θα αντικαταστήσει τον απολιτικό λόγο και τους μανιχαϊστικούς διαχωρισμούς που οδηγούν στη δημιουργία αποϊδεολογικοποιημένων και απολιτικών διαχωρισμών.
Είναι αναγκαίες οι ριζικές, δημοκρατικές μεταρρυθμίσεις του πολιτικού συστήματος. Με σημαντικότερη την αλλαγή του εκλογικού νόμου. Όχι μόνον για να αποτυπώνεται με ορθολογικότερο και δικαιότερο τρόπο η θέληση των πολιτών, αλλά κυρίως για να ενισχυθούν οι διαδικασίες συμμαχιών και συναινέσεων στη βάση πολιτικών προτάσεων και όχι ψευδεπίγραφων απολιτικών συνεργασιών. Η αξιοποίηση για λόγους κομματικού ελέγχου και συμφέροντος από τον ΣΥΡΙΖΑ του ισχύοντος απαράδεκτου εκλογικού νόμου και αφίσταται του πάγιου στόχου της Αριστεράς για την καθιέρωση της απλής αναλογικής και επικίνδυνη για την ομαλή πολιτική εξέλιξη είναι.
Το πρόταγμα λοιπόν για τη χώρα δεν είναι το δίλημμα συμφωνία ή ρήξη, αλλά η διαμόρφωση και υλοποίηση ενός μακρόπνοου και οραματικού σχεδίου παραγωγικής ανασυγκρότησης με σαρωτικές δημοκρατικές μεταρρυθμίσεις, που θα αξιοποιήσει την όποια συμφωνία επιτευχθεί. Τώρα, αύριο θα είναι αργά.

 

10580394 10153081778183312 944686213 n

Η Παιδεία σε αναζήτηση, υπευθυνότητας, συναίνεσης και σοβαρότητας - Άρθρο στο tvxs.gr

Η παιδεία, ως κοινωνική διαδικασία και εκπαιδευτική λειτουργία, αποτελεί τη θεμελιώδη προϋπόθεση για την προοδευτική αλλαγή της κοινωνίας και τον βασικό μοχλό στην, εθνικώς αναγκαία, προσπάθεια παραγωγικής ανασυγκρότησης της χώρας. Ως εκ τούτου, είναι ανησυχητικό να αντιμετωπίζεται υπό το πρίσμα ιδεολογικών αγκυλώσεων, κομματικών στοχεύσεων και συντεχνιακών επιδιώξεων.
Οι πρόσφατες νομοθετικές ρυθμίσεις δεν κινούνται, δυστυχώς, σε ένα οραματικό πλαίσιο δημοκρατικής ανασυγκρότησης και ποιοτικής αναβάθμισης του εκπαιδευτικού συστήματος. Η κατάργηση της αξιολόγησης των εκπαιδευτικών και της τράπεζας θεμάτων (ήταν αναγκαία η επανεξέταση του τρόπου εφαρμογής της), σε συνδυασμό με την συνολική χαλάρωση της εκπαιδευτικής διαδικασίας με την επαναφορά του Γ.Μ.Ο. 9,5, δεν είναι προοδευτικές αλλαγές, αλλά συντηρητική οπισθοχώρηση. Είναι εμφανής η επιρροή της στρεβλής και ανασχετικής λογικής του εκπαιδευτικού συντεχνιακού συνδικαλισμού, ιδιαίτερα στη θεσμοθέτηση του τρόπου επιλογής των στελεχών εκπαίδευσης. Επιλογή που μπορεί και πρέπει να γίνεται με την συμβολή της Εθνικής Σχολής Δημόσιας Διοίκησης, ώστε να παράγονται στελέχη αξιοκρατικώς επιλεγμένα και επαρκώς κατηρτισμένα σε θέματα διοίκησης. Προβληματική είναι και η οπισθοδρόμηση στον τρόπο επιλογής των πανεπιστημιακών αρχών, με προφανή τον κίνδυνο περαιτέρω κομματικοποίησης και συναλλαγής.
Οι μεταρρυθμίσεις στην παιδεία αποτελούν εθνική προτεραιότητα και απαιτούν ευρύτερη συναίνεση. Δεν πρέπει να αντιμετωπίζονται με όρους κομματικής ή συντεχνιακής αντιπαράθεσης. Η αντιμεταρρυθμιστική πολιτική του Υπουργείου Παιδείας δε νομιμοποιεί την προσωποποίηση της αντιπαράθεσης με το, τουλάχιστον, ατυχές λογοπαίγνιο «Όχι Μπαλτάς στην παιδεία». Και είναι απορίας άξιον, πως αθροίζονται διαμαρτυρόμενοι όλοι όσοι είχαν την ευθύνη για τη μέχρι τώρα χάραξη της εκπαιδευτικής πολιτικής, για τα αποτελέσματα της οποίας δε νομίζω να είμαστε ιδιαίτερα υπερήφανοι.
Είναι χρέος όλων των πολιτικών δυνάμεων να αντιμετωπίσουν με σοβαρότητα και εθνική ευθύνη την παιδεία. Και μεγαλύτερο χρέος της κυβέρνησης να αντιληφθεί τις αρνητικές επιπτώσεις της εκπαιδευτικής της πολιτικής και να εργαστεί για μια συναινετική και οραματική διαδικασία προοδευτικής και δημοκρατικής ανασυγκρότησης του εκπαιδευτικού συστήματος.

 

ProPersMod

Αντιπροσωπευτική δημοκρατία και η ευθύνη της Αριστεράς - Άρθρο στο tvxs.gr

Η βαθύτατη κρίση των τελευταίων ετών διαχέεται, με διαφορετικές εκφάνσεις, στο σύνολο της Ευρώπης. Η γραμμική σύνδεση της οικονομικής, κοινωνικής και θεσμικής έκφρασής της απολήγει σε τυπική αλλά και ουσιαστική αμφισβήτηση της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας, του θεμελιώδους συστατικού χαρακτηριστικού των νεωτερικών κρατών.

Είναι μια εξελικτική πορεία αποσύνθεσης, η οποία αφορά στο σύνολο των ευρωπαϊκών κρατών. Μια διαδικασία αμφίδρομης δράσης που, αυξανόμενη γεωμετρικά, διαλύει τους αρμούς συνοχής των ευρωπαϊκών κοινωνιών. Είναι η πρώτη φορά μετά τον τελευταίο παγκόσμιο πόλεμο, που αμφισβητείται μαζικά ο πυρήνας των ιδεών και της ηθικής του Διαφωτισμού από δυνάμεις με διαφορετική κοινωνική, οικονομική και πολιτική ισχύ.

Η αμφισβήτηση έχει ως αφετηρία την εξωθεσμική γιγάντωση των χρηματοπιστωτικών αγορών. Η ενδυνάμωση του ρόλου τους δημιούργησε συνθήκες ουσιαστικής αποδόμησης της κυριαρχίας των κρατών, με προϊούσα απαξίωση της δυνατότητας να καθορίζουν αυτόνομα την πολιτική τους. Ευνοήθηκε η άτυπη λειτουργία διευθυντηρίων λήψης αποφάσεων στην ΕΕ, με αποτέλεσμα την αυξανόμενη αμφισβήτηση από τους πολίτες της δυνατότητας και ικανότητας λειτουργίας των θεσμοθετημένων αντιπροσωπευτικών οργάνων.

Στη χώρα μας η κρίση μεγιστοποίησε την υπολανθάνουσα τάση αμφισβήτησης των νομιμοποιητικών θεσμών της σύγχρονης αστικής δημοκρατίας. Η δραματική αλλαγή στον τρόπο ζωής εκατομμυρίων πολιτών οδήγησε σε μορφές αντίδρασης εκτός του πλαισίου των υπάρχοντων θεσμών. Σε συνολική άρνηση του ρυθμιστικού συστήματος άσκησης εξουσίας. Μούντζες και προπηλακισμοί στη βουλή, με συνολική απαξίωση των βουλευτών και ταύτισή τους αδιακρίτως με τη διαφθορά και τη συναλλαγή. Εξάπλωση του κινήματος άρνησης πληρωμής φόρων. Η αντίδραση δε θεμελιώθηκε στη διεκδίκηση διαφοροποίησης ή συνολικής αλλαγής του φορολογικού συστήματος, αλλά στην αποδοχή της δράσης έξω από αυτό. Στην αμφισβήτηση δηλαδή της νομιμοποίησης του κράτους να θεσμοθετεί και ακολούθως να επιβάλλει την εφαρμογή όσων θεσμοθέτησε. Αποκορύφωμα οι μαζικές συγκεντρώσεις στις πλατείες με την ανάδειξη ως κυρίαρχου του νεφελώδους αιτήματος της «άμεσης δημοκρατίας». Αίτημα – στόχος, που απευθύνεται στον «πολίτη- άτομο», ο οποίος μπορεί μόνος του, ή με όσους συμφωνούν μαζί του, να καθορίζει τους όρους κοινωνικής οργάνωσης. Από τις διαδικασίες αυτές αναδείχθηκαν μικρές και κλειστές ομάδες σε κυρίαρχες με μαζική αποδοχή. Και όλα αυτά χωρίς σαφείς ιδεολογικούς και πολιτικούς όρους, αλλά με την επικυριαρχία της μεταπολιτικής διάκρισης σε υπερασπιστές ( κακούς ) και αντιπάλους (καλούς) του μνημονίου.

Η εικόνα της θεσμικής αποσάθρωσης ενισχύθηκε από τη δράση συντεχνιακών ομάδων, οι οποίες, με την ανοχή της κυρίαρχης πολιτικής ελίτ, αρνήθηκαν να επωμισθούν τα βάρη της κρίσης που τους αναλογούν, με αποτέλεσμα την όλο και μεγαλύτερη περιθωριοποίηση και φτωχοποίηση όσων εξ ορισμού ή εξ αντικειμένου έχουν περιορισμένη δυνατότητα να επηρεάσουν τις κοινωνικές διεργασίες. Παραλλήλως, οι οικονομικές ελίτ ενδυνάμωσαν τη δυνατότητά τους να παρεμβαίνουν εξωθεσμικά, καθορίζοντας ή επιβάλλοντας προς όφελός τους τις επιχειρούμενες διαρθρωτικές αλλαγές, καταλύοντας έτσι κάθε έννοια κοινωνικού συμβολαίου.

Η απορρυθμιστική αυτή διαδικασία ευνόησε, όπως ήταν φυσικό, την ανάδειξη και κυριαρχία πολιτικών δυνάμεων που στηρίχθηκαν στη «θεσμοποίηση» του λαού και στην εξ ονόματός του εξαγγελία ανατροπής των πάντων. Η συναίνεση ως έννοια και πρακτική, βασική συνιστώσα της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας, ταυτίστηκε με τον συμβιβασμό και την υποταγή στις «δυνάμεις του κακού». Η θωπεία του θυμικού των μαζών και η εξ ορισμού «αγνότητα του λαού» νομιμοποίησαν τη δυνατότητα κάθε πολίτη να αντιδρά, ως μέρος του θιγόμενου όλου, και να αμφισβητεί τη νομιμοποιητική ισχύ των θεσμοθετημένων κανόνων λειτουργίας της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας.

Η αντίδραση με ιδεολογικούς και πολιτικούς όρους στην προϊούσα απαξίωση θεσμών και κανόνων της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας είναι επιβεβλημένη. Πρέπει να αποτελέσει τον κύριο στόχο της νέας Αριστεράς του 21ου αιώνα.

Η κοινωνική πρόοδος των μεταπολεμικών δεκαετιών με τη διεύρυνση και ενδυνάμωση του αναδιανεμητικού και ρυθμιστικού ρόλου του κράτους με ενίσχυση των θεσμών αντιπροσώπευσης σε κάθε επίπεδο, πολιτικό, συνδικαλιστικό, κοινωνικό, οφείλεται εν πολλοίς στη σοσιαλδημοκρατία. Η ιδεολογική μεταλλαγή της ύστερης σοσιαλδημοκρατίας των τελευταίων δεκαετιών και η ταύτισή της με τις συντηρητικές νεοφιλελεύθερες πολιτικές είναι από τις βασικές αιτίες πολιτικής απαξίωσης της έννοιας της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας.

Χρειάζεται, λοιπόν, να επαναδιατυπώσει η σοσιαλδημοκρατική Αριστερά με σύγχρονους όρους τις θεμελιακές της αρχές. Να αγωνισθεί για τη δημιουργία ενός ισχυρού ιδεολογικού και πολιτικού ρεύματος ενίσχυσης των αντιπροσωπευτικών θεσμών στην Ευρώπη. Με στόχο τη δημιουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης των πολιτών και των κοινωνιών και όχι των διευθυντηρίων, εκπροσώπων της παγκόσμιας χρηματοπιστωτικής ελίτ. Περισσότερη αντιπροσώπευση, περισσότερη δημοκρατία. Με αταλάντευτο μέτωπο στον εθνικισμό και στον λαϊκισμό.

Η απάντηση στην προσπάθεια αποδόμησης της ευρωπαϊκής συνοχής είναι περισσότερη, ουσιαστικότερη και θεσμικά θωρακισμένη αντιπροσωπευτική δημοκρατία. Με ενδυνάμωση της πολιτικής ενοποίησης και τη μεταφορά σε ευρωπαϊκό πλαίσιο των βασικών θεσμών κρατικής νομιμοποίησης.

Η απουσία αυτής της Αριστεράς στη χώρα μας είναι κάτι περισσότερο από εμφανής. Η αναγκαιότητα συγκρότησής της είναι πρόδηλη και επιτακτική. Ας το τολμήσουμε. Οι καιροί, το βάρος της ιστορικής κληρονομιάς και η ευθύνη στο μέλλον το επιτάσσουν.

 

profile - blur

 

Ευρωπαϊσμός και ευρωπαϊστές. Μύθοι, πραγματικότητα, αναγκαιότητα - Άρθρο στην Εφημερίδα των Συντακτών

Ο ευρωπαϊσμός, ως όρος και εννοιολογικό περιεχόμενο, ήταν πάντα δύσκολο να προσδιοριστεί στη χώρα μας. Αντικατοπτρίζει τη δυσκολία να γίνει αντιληπτή και να αφομοιωθεί από την ελληνική κοινωνία η Ευρώπη ως πολιτιστική, πολιτική και κοινωνική πραγματικότητα.
Η παραδοσιακή αντιδυτική κουλτούρα και το ιδεολόγημα του «ανάδελφου έθνους» κράτησαν σε απόσταση το νεωτερικό ελληνικό κράτος από την ταχέως και αενάως εξελισσόμενη Ευρώπη. Η διαφορετική κοινωνική και πολιτιστική αφετηρία – ο Διαφωτισμός από τη μία, τα προφεουδαρχικά οθωμανικά δίκτυα από την άλλη – είχε ως αποτέλεσμα την ανάπτυξη και ενδυνάμωση απωστικών δυνάμεων. Η κυριαρχία της αντίληψης του εξ' αποκαλύψεως περιούσιου και διαρκώς διωκόμενου ελληνικού έθνους οδήγησε στην εμπέδωση της παθογενούς κουλτούρας του απομονωτισμού και της επιφυλακτικότητας για τους εκ προοιμίου «δυτικούς αντιπάλους».
Η μακρόχρονη αυτή αντίθεση με την Ευρώπη οδήγησε σε προβληματική και μη κανονική διαχείριση της ένταξης στην ΕΟΚ. Ένταξη, η οποία πολεμήθηκε με μανία από την τότε δημοκρατική, αριστερή αντιπολίτευση, με την φωτεινή εξαίρεση της ανανεωτικής Αριστεράς. Ήταν αυτή η αντίδραση που δημιούργησε και σταδιακά εμπέδωσε μια ιδιότυπη σχέση παραλόγου με την ΕΕ. Σχέση βασισμένη σε δύο εκ διαμέτρου αντίθετες παραδοχές. Η πρώτη, ότι η ΕΕ έχει την υποχρέωση να μεταφέρει πόρους στη χώρα μας, χωρίς να ελέγχει τον τρόπο διάθεσης και αξιοποίησής τους και η δεύτερη, ότι, σε επίπεδο εθνών, οι ευρωπαϊκοί λαοί και οι ηγέτες τους επιβουλεύονται την ανεξαρτησία και την αυτονομία μας, παραμένοντας δυνάμει αντίπαλοι.
Αυτή η εγγενής αντίφαση διαχέεται – αλλού λιγότερο, αλλού περισσότερο – στο πολιτικό δυναμικό. Με αυτούς τους όρους προσδιορίζεται και η έννοια του ευρωπαϊσμού. Με διαφορετικές ερμηνείες, αναλόγως των επιδιώξεων που κάθε φορά καλούνται να εξυπηρετήσουν. Τα όρια της φιλοευρωπαϊκής ή μη πολιτικής είναι ασαφή και συγκεχυμένα.
Πόσο φιλοευρωπαϊκή μπορεί να θεωρηθεί η πολιτική της ΝΔ, η οποία συμπορεύεται με τα υπερσυντηρητικά εξωθεσμικά ευρωπαϊκά διευθυντήρια στην πολιτική της σκληρής λιτότητας και της διεύρυνσης των ανισοτήτων Βορρά-Νότου, που απαξιώνει τα θεσμικά κοινοτικά όργανα και ενισχύει τις αντιευρωπαϊκές και ευρωσκεπτιστικές δυνάμεις; Πόσο φιλοευρωπαϊκή είναι η πολιτική της, όταν αρνείται πεισματικά να συναινέσει στη θεσμοθέτηση στοιχειωδών κανόνων προστασίας των κοινωνικών δικαιωμάτων; Κανόνες, οι οποίοι αποτελούν αυτονόητο ευρωπαϊκό κεκτημένο.
Πόσο φιλοευρωπαϊκή μπορεί να θεωρηθεί η πολιτική του ΠΑΣΟΚ, το οποίο συμπορεύτηκε με τη ΝΔ στην αποδοχή και εφαρμογή της μονεταριστικής πολιτικής, που αποδόμησε τις εργασιακές σχέσεις και την κοινωνική συνοχή; Πόσο φιλοευρωπαϊκή είναι η πολιτική του ΠΑΣΟΚ, όταν στη μακρόχρονη παραμονή του στην εξουσία αντιμετώπισε την Ευρώπη κυρίως ως μεταφορέα πόρων, τους οποίους χρησιμοποίησε για τη δημιουργία και υποστήριξη του πελατειακού κομματικού μηχανισμού του; Όταν γαλούχησε γενεές πολιτών με την αντίληψη της κατασπατάλησης και καταλήστευσης των κοινοτικών κονδυλίων χωρίς κανέναν έλεγχο;
Πόσο φιλοευρωπαϊκή μπορεί να θεωρηθεί η πολιτική των ΑΝΕΛ, οι οποίοι φαντασιώνονται την ανάδρομη σταυροφορία των εξ' ορισμού αδικημένων Ελλήνων για την άλωση των κέντρων εξουσίας των «εκμεταλλευτών της Δύσης»;
Και πόσο φιλοευρωπαϊκή ήταν η προεκλογική πολιτική του ΣΥΡΙΖΑ, του καταγγελτικού λόγου και της επιθετικής ρητορικής με τη συλλήβδην δαιμονοποίηση των ευρωπαίων εταίρων; Πόσο φιλοευρωπαϊκή είναι η πολιτική του αντιδυτικού ρεύματος στο εσωτερικό του ΣΥΡΙΖΑ, που επιδιώκει τη ρήξη με την ΕΕ και την απομόνωση της χώρας;
Η διαχωριστική γραμμή που διαχωρίζει τις φιλοευρωπαϊκές από τις ευρωσκεπτιστικές δυνάμεις διαπερνά εγκάρσια όλα τα κόμματα, τουλάχιστον αυτά που λειτουργούν θεσμικά και ενδιαφέρονται για τη διακυβέρνηση της χώρας. Η διάκριση σε ευρωπαϊστές – αντιευρωπαϊστές δεν μπορεί να γίνεται με όρους ενός παρωχημένου μανιχαϊσμού. Προϋποθέτει πολιτική ανάλυση και ανάδειξη των σημαντικών διαφορών στην αντίληψη και πρόσληψη της έννοιας του ευρωπαϊσμού.
Ο ευρωπαϊσμός για τη σύγχρονη, δημοκρατική, μεταρρυθμιστική, ευρωπαϊκή Αριστερά έχει ως πρωταρχικό θεμελιώδες συστατικό την ενίσχυση του φεντεραλισμού, της αντιπροσωπευτικότητας και της δημοκρατίας, σαν αντίβαρο στη συντηρητική, αντιθεσμική πολιτική των κυρίαρχων διευθυντηρίων. Έχει ως στόχο τη συνεργασία των δημοκρατικών, προοδευτικών, αριστερών δυνάμεων για μια ισχυρή, πολιτικά και οικονομικά ενωμένη, Ευρώπη. Με συνεχώς διευρυνόμενη Δημοκρατία και ενδυνάμωση των υπερεθνικών – ευρωπαϊκών θεσμών και δομών άσκησης εξουσίας. Μιας Ευρώπης, που θα αμβλύνει τις ανισότητες και θα προωθεί τη συνεργασία και τη συνολική ευημερία.
Αυτή τη σύγχρονη Αριστερά, που τόσο λείπει, έχει ανάγκη η χώρα μας. Την Αριστερά των δημοκρατικών μεταρρυθμίσεων, του οράματος για μια άλλη δημοκρατική Ευρώπη. Την Αριστερά, που έχει αδιαπραγμάτευτο μέτωπο στον εθνικισμό και τον λαϊκισμό. Όχι την Αριστερά που, ανατρέχοντας στο κομουνιστικό της παρελθόν, καλλιεργεί τον απομονωτισμό , τη ρήξη και τη φαντασίωση της ολικής ανατροπής, ούτε την Αριστερά που αθροίζεται, με την επίκληση απόϊδεολογικοποιημένων κριτηρίων, με συντηρητικές δυνάμεις για τη δημιουργία ενός απολιτικού και κενού περιεχομένου φιλοευρωπαϊκού τόξου.

 

1503424 761136323979930 8087800393951101013 n

21η Μαρτίου, Παγκόσμια Ημέρα κατά του ρατσισμού

Από το αιματοκύλισμα στη Σάρπβιλ στις 21 Μαρτίου του 1960, κατά διαδηλωτών που διαμαρτύρονταν ενάντια στο Απαρτχάιντ, και ως τις μέρες μας, ο ρατσισμός παραμένει μια σκοτεινή σελίδα στην ιστορία της ανθρωπότητας.
Στη χώρα μας, σε συνθήκες βαθύτατης οικονομικής αλλά κυρίως αξιακής κρίσης, το φαινόμενο λαμβάνει τεράστιες διαστάσεις, με αποκορύφωμα την παρουσία της Χρυσής Αυγής στο κοινωνικό και πολιτικό σκηνικό. Με μια κοινωνία, που παλεύει να μείνει όρθια και να διατηρήσει τη συνοχή της, αποτελεί ύψιστη δημοκρατική υποχρέωση η προστασία και διασφάλιση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, χωρίς εκπτώσεις, χωρίς διακρίσεις βάσει εθνικότητας, φύλου, σεξουαλικού προσανατολισμού, θρησκευτικών πεποιθήσεων και οποιασδήποτε διαφορετικότητας.
Οι παγκόσμιες κοινωνικές αλλαγές επιβάλλουν τη συνεχή προσαρμογή σε θέματα προστασίας ελευθεριών και δικαιωμάτων. Η βία σε όλες τις μορφές αλλάζει συνεχώς πρόσωπο και είναι αδήριτη ανάγκη να αναγνωρίσουμε έγκαιρα τις νέες ανάγκες και να θωρακίσουμε θεσμικά ατομικές ελευθερίες και δικαιώματα. Επιτακτική είναι η ανάγκη εγρήγορσης για τη διασφάλιση και προστασία τους, από το σύνολο της κοινωνίας.
Εξαντλώντας κάθε περιθώριο που δίνει το Σύνταγμα και το νομικό πλαίσιο, οφείλουμε να εξαλείψουμε τον κίνδυνο γι' αυτούς που μπορεί να θεωρηθούν έκφραση του διαφορετικού. Γιατί στην πραγματικότητα, είμαστε όλοι διαφορετικοί άλλα και απόλυτα ίσοι.
Η ελευθερία μας είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με την ελευθερία του άλλου και κάθε προσπάθεια διακήρυξης μίσους, από οποιονδήποτε, πρέπει να μας βρει σθεναρά και αδιαπραγμάτευτα αντιμέτωπους, συνολικά ως κοινωνία.
Η ρητορική μίσους, παρούσα στον δημόσιο λόγο ακόμη και μέσα στο ίδιο το Κοινοβούλιο, τα σύγχρονα πογκρόμ κατά μεταναστών, ομοφυλόφιλων, μειονοτήτων και διεθνώς αναγνωρισμένων ευπαθών ομάδων πρέπει να παταχθούν με κάθε θεσμικό τρόπο και διαμέσου της Δικαιοσύνης, έγκαιρα και αποτελεσματικά, ώστε το φαινόμενο να μην αφεθεί για άλλη μια φορά στην ιστορία ανεξέλεγκτο στα χέρια μιας βίαιης εγκληματικής μειοψηφίας και καταστεί στο τέλος ολέθριο για το σύνολο της κοινωνίας.

 

blue

 

Copyright © 2012. www.mariayannakaki.gr | Όλα τα νέα σήμερα newspolis.gr | Designed by Shape5.com

Η επίσημη ιστοσελίδα της Μαρίας Γιαννακάκη | υποψηφιοι, Αττική, περιφέρεια, Παρέμβαση, για την Αττική, Β' Πειραιά, Κορυδαλλός, Κερατσίνι, Νίκαια, Δραπετσώνα, Αγ. Ιωάννης, Ρέντης, Πέραμα, Πειραιάς, Ανθρώπινα, δικαιώματα, LGBT, ισότητα, Εξωτερική, πολιτική, Εθνική Άμυνα, Τουρκία, Κύπρος, Κυπριακό, Ευρωπαϊκή, Ένωση, ομοφυλόφιλοι, Ρομά