Ομιλίες

Κοινωνική ενσωμάτωση προσφύγων και μεταναστών: η ευρωπαϊκή και ελληνική εμπειρία (Ίδρυμα Ρόζα Λούξεμπουργκ, Ναύπλιο, 5 Νοέμβρη 2016)

Κατ' αρχήν θα ήθελα να ευχαριστήσω το ίδρυμα Rosa Luxemburg για την τιμητική αυτή πρόταση, να μιλήσω για ένα τόσο σημαντικό ζήτημα, όπως αυτό της ενσωμάτωσης των μεταναστών και προσφύγων και την ευρωπαϊκή και ελληνική εμπειρία.

Η μετανάστευση είναι φαινόμενο σύμφυτο με την ιστορία του ανθρώπου. Μάλιστα, μου αρέσει να λέω ότι η πρώτη μετανάστρια στην ιστορία ήταν η γυναίκα που ήρθε από την Αφρική και κουβαλούσε στην κοιλιά της τον πρώτο άνθρωπο.
Η μετανάστευση εκλαμβάνεται ως πρόβλημα τους 3 τελευταίους αιώνες που τα έθνη- κράτη στηρίχτηκαν πάνω στην Αρχή της καθαρότητας.
Βασικός, αλλά όπως θα δούμε όχι επαρκής, μηχανισμός ενσωμάτωσης είναι η χορήγηση ιθαγένειας.
Κάθε χώρα είναι πολύ διστακτική να παραχωρήσει την ιδιότητα του πολίτη στον «ξένο». Θυμίζω το άρθρο του Γεώργιου Βλάχου, τον Ιούλιο του 1928, το οποίο αναφερόταν στους πρόσφυγες του 1922. Σε αυτό έλεγε: «Δεν τους θέλομεν ούτε ως ψηφοφόρους, ούτε ως εκλογείς, ούτε ως εκλέξιμους, ούτε ως πολίτας δικαιουμένους να κυβερνούν την Ελλάδα»
Όποτε διευρύνεται η πολιτική κοινότητα (δικαίωμα ψήφου σε Εβραίους, γυναίκες κλπ), υπάρχουν μερίδες που αντιδρούν στο άνοιγμα αυτό. Απλά το πρόσωπο του Άλλου αλλάζει κατά περίσταση και ιστορική συγκυρία.
Κάθε χώρα έχει ακολουθήσει διαφορετική μεταναστευτική πολιτική:
Μεγάλη Βρετανία: χορηγεί σε διαφορετικά στάδια και διαφορετικές περιπτώσεις, τα κριτήρια των οποίων δεν είναι ούτε σταθερά ούτε απολύτως σαφή, διαφορετικά επίπεδα ιθαγένειας και διαφοροποιεί την πολιτική της και ανάλογα με τη σχέση που έχουν οι αιτούντες με την Βρετανική Κοινοπολιτεία.
Γαλλία: μέχρι πρότινος η Γαλλία ήταν η χώρα που ακολουθούσε αυτό που ονομάζω επιδοματική μεταναστευτική πολιτική. Χορηγούσε την ιθαγένεια ως στοιχείο ένταξης και κοινωνικής ενσωμάτωσης και παρέχοντας επιδόματα, ουσιαστικά τους απομόνωνε κοινωνικά, στοιβάζοντάς τους στα προάστια. Αποτέλεσμα; Τα γεγονότα του Νοέμβρη του 2005.
Ενδιαφέρον ιδιαίτερο παρουσιάζει η Γερμανία, μία χώρα που στήριζε τη χορήγηση ιθαγένειας στο δίκαιο του αίματος, όπως και η Ελλάδα, πριν την τροποποίηση του νόμου το 1999, αλλά για αυτό μίλησε μόλις η φίλη Gesine Lötzsch, από το Linke.

Η Μεταναστευτική πολιτική, όπως και άλλα ευαίσθητα πεδία-μειονότητες/Ρομά κλπ, αποτελούν, διαχρονικά, πεδία δοκιμασίας και «εξετάσεων» για την Αριστερά.
Αξίζει να σημειωθεί ότι μόνο η απονομή υπηκοότητας δεν αρκεί για την ένταξη των μεταναστών στην κοινωνία. Αν δεν υπάρξει μεταναστευτική πολιτική και οργανωμένο και εμπνευσμένο πλέγμα πολιτικών κοινωνικής ενσωμάτωσης, η ιθαγένεια παραμένει ένα χαρτί στο συρτάρι. Μην ξεχνάμε ότι τα επεισόδια στα γκέτο των γαλλικών πόλεων έγιναν από Γάλλους πολίτες, όπως Βρετανοί πολίτες ήταν και αυτοί που έκαναν τα τρομοκρατικά χτυπήματα στο Λονδίνο.
Η οικονομική, η κοινωνική, η ατομική ασφάλεια σε μια δημοκρατία είναι απαραίτητα στοιχεία για την εμπέδωση της προεξάρχουσας ελευθερίας. Αν δεν υπάρχουν τα παραπάνω, τότε ο κάθε διαφορετικός και ειδικά οι μετανάστες, ανεξάρτητα από τον αριθμό τους, είναι τα στοχοποιημένα κοινωνικά θύματα. Από την άλλη, οφείλουμε να σημειώσουμε ότι μια κοινωνία με περιορισμένες οικονομικές δυνατότητες, όσα αποθέματα αλληλεγγύης κι αν έχει, είναι καταστροφικό και για την κοινωνία και για τους ίδιους τους μετανάστες να θεωρείται ότι μπορεί να υποδέχεται απεριόριστο αριθμό εξαθλιωμένων ανθρώπων.

Η πολιτική του zero migration που είχε ως στόχο η Ευρώπη τα προηγούμενα χρόνια αποδείχθηκε μία φενάκη και αυτό καταδεικνύεται από την υπογραφή του «Ευρωπαϊκού Συμφώνου Μετανάστευσης και Προσφύγων» το 2008, το οποίο εκπονήθηκε από συντηρητικές κυβερνήσεις όπως αυτές των Μέρκελ, Σαρκοζύ.
Μεταξύ των άλλων, στο Σύμφωνο υπάρχει η παραδοχή ότι μέχρι το 2050 η γερασμένη Ευρώπη θα χρειαστεί 40 εκ. μετανάστες. Βέβαια, έχει σαφή κριτήρια επιλογής και χαρακτηριστικών αυτών, είναι οι μετανάστες που φαντασιώνεται η ευρωπαϊκή πολιτική ελίτ, άρα ουσιαστικά μιλά για «πορρώδη» σύνορα (ούτε κλειστά ούτε ανοικτά). Το πιο ενδιαφέρον σημείο βέβαια, το οποίο δεν κατέστη δυνατό να το εκμεταλλευτεί τότε η κυβέρνηση και το οποίο θα πρέπει, το έχω πει πολλές φορές, να το αναδεικνύει η ελληνική πλευρά, είναι ότι κάνει λόγο για ενιαία πολιτική ασύλου: όμως αυτό λογικά και νομικά έρχεται σε αντίθεση με την ύπαρξη του Δουβλίνο ΙΙ. Άρα κάθε τέτοια συζήτηση, η οποία είναι ουσιαστική και χρήσιμη, απαιτεί προηγούμενη κατάργησή του.

Στην Ελλάδα, η μετανάστευση μέχρι το 1989 ήταν εντελώς περιφερειακό φαινόμενο, όπως φαίνεται και από την απογραφή του 1981 και τον πολύ περιορισμένο αριθμό αλλοδαπών διαμενόντων στη χώρα μας. Ήταν απόρροια, κυρίως, διακρατικών σχέσεων και συμφωνιών, και αφορούσαν σε πολύ συγκεκριμένες επαγγελματικές κατηγορίες. Σε αυτό το σημείο θυμίζω τις συμφωνίες της 7ετίας με Πακιστάν για εργαζόμενους στη ναυπηγοεπισκευαστική ζώνη του Περάματος.
Μετά το 1991 και τις αλλαγές που συνέβησαν στις χώρες της Ανατολικής Ευρώπης, η Ελλάδα βρέθηκε εντελώς ανέτοιμη κοινωνικά και νομοθετικά να υποδεχθεί τα μεταναστευτικά κύματα.
Η πρώτη νομοθετική απόπειρα να αντιμετωπιστεί η νέα πραγματικότητα είναι ο καθορισμός του καθεστώτος του «ομογενούς» και αυτό είναι μία ακόμη ελληνική μοναδικότητα παγκοσμίως. Πουθενά αλλού δεν υπάρχει ανάλογη νομοθετική ρύθμιση.

Μία πρώτη πιο συγκροτημένη προσπάθεια γίνεται το 1998, με νόμο που κυρίως στοχεύει στην καταγραφή των μεταναστών. Παράλληλα βρίσκουμε διάσπαρτα άρθρα που αφορούν στη μετανάστευση σε Νόμους της εποχής, όπου ο νομοθέτης αποτυπώνει την άποψη που κυριαρχούσε τότε στην ελληνική κοινωνία: «Οι μετανάστες έχουν έρθει να δουλέψουν κάποια χρόνια και μετά θα φύγουν για την πατρίδα τους».
Αξίζει να γίνει ιδιαίτερη μνεία στο Ν.2910/2001 για δύο λόγους:
1. Περιέχει μεταβατικές διατάξεις που προέβλεπαν τη δυνατότητα της νομιμοποίησης των ευρισκόμενων στην ελληνική επικράτεια.
2. Αναγνωρίζει το «πρόβλημα».

Ο Νόμος για την ιθαγένεια Ν 3838/2010 είναι η πρώτη σοβαρή προσπάθεια να ρυθμιστούν τα θέματα που προέκυψαν από την εγκατάσταση αλλοδαπών στη χώρα μας. Μια βασική καινοτομία του νόμου 3838/2010 και η τροποποίηση του Κώδικα Ελληνικής Ιθαγένειας, αποτέλεσε η καθιέρωση ιδιαιτέρων διαδικασιών κτήσης της ελληνικής ιθαγένειας για τα παιδιά των μεταναστών, τη λεγόμενη «δεύτερη γενιά».
Τα παιδιά αυτά μπορούν να αποκτούν την ιθαγένεια είτε από τη γέννησή τους και εφόσον οι γονείς τους κατοικούν μόνιμα και νόμιμα στην Ελλάδα επί πέντε τουλάχιστον συνεχή έτη, είτε κατόπιν επιτυχούς φοίτησης έξι τουλάχιστον τάξεων ελληνικού σχολείου στην Ελλάδα. Πόσα παιδιά μεταναστών έχουν επωφεληθεί από αυτή τη δυνατότητα; Μόλις 2.653, 1.358 λόγω γέννησης και 1.295 λόγω εκπαίδευσης! Το σύνολο, δε, των αιτήσεων που έχουν κατατεθεί είναι 4.224 λόγω γέννησης και 6.139 λόγω εκπαίδευσης. Δύσκολα μπορεί να το χαρακτηρίσει κανείς αθρόα ελληνοποίηση...
Παράλληλα έδωσε το δικαίωμα εκλέγειν και εκλέγεσθαι στις αυτοδιοικητικές εκλογές, επιχείρησε να αλλάξει τα πληθυσμιακά δεδομένα της ελληνικής πολιτικής κοινότητας συμπεριλαμβάνοντας έναν αριθμό του μεταναστευτικού πληθυσμού στην ελληνική πολιτική κοινότητα. Πόσοι ήταν αυτοί που έκαναν χρήση του δικαιώματος εγγραφής στους εκλογικούς καταλόγους; Μέχρι τον Νοέμβριο του 2010, μόλις 12.574 άτομα, εκ των οποίων ομογενείς ήταν 2.647 άτομα και υπήκοοι τρίτων χωρών 9.927!
Η απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας εντάσσεται σε μια «αμυντική πολιτική» έναντι της μεγάλης παρουσίας ξένων πολιτών στη χώρα μας και τροφοδοτείται από την απουσία ουσιαστικής μεταναστευτικής πολιτικής.
Εξ' αντικειμένου, επίσης, αντιστοιχείται με αντιλήψεις που εισηγούνται και διεκδικούν τον λαό ως άθροισμα των πολιτών με «κοινή καταγωγή αίματος» και όχι ως έκφραση της δυναμικής των πολιτών που γεννιέται και προκύπτει ως κοινή συνείδηση με όρους κοινωνίας.
Ιδιαίτερα πρέπει να αναγνωρίζεται και να εξασφαλίζεται το δικαίωμα στην ιθαγένεια των παιδιών των μεταναστών που γεννήθηκαν και μεγαλώνουν στη χώρα μας.
Πέρα όμως από την ανθρωπιστική διάσταση του θέματος, η απόδοση ιθαγένειας στους ανθρώπους με αποδεδειγμένα ισχυρούς δεσμούς με την Ελλάδα, έχει μέγιστο όφελος πρώτιστα για το σύνολο των Ελλήνων και κατόπιν για τους πολιτογραφηθέντες. Η ισότητα δικαιωμάτων ανάμεσα στους κατοίκους της χώρας, θα ωφελήσει όλους τους εργαζόμενους, ιδιαίτερα τη νέα γενιά η οποία αντιμετωπίζει φαινόμενα ανασφάλιστης ή επισφαλούς απασχόλησης, εκμετάλλευσης, ολιγαρχίας και κρίσης της δημοκρατίας.
Οι νόμοι οφείλουν να διαμορφώνουν έναν κώδικα ιθαγένειας, με έναν τρόπο που θα ανταποκρίνεται, όχι γενικά και αόριστα σε κάποιον ανθρωπισμό ή σε κάποια ανθρώπινη αλληλεγγύη, αλλά απόλυτα στην πολιτική ουσία του δεσμού του πολίτη με το κράτος, δηλαδή την ιθαγένεια.
Η υπεράσπιση των δικαιωμάτων των προσφύγων και των μεταναστών συνδέεται άρρηκτα με την εμβάθυνση της δημοκρατίας, εδράζεται σε οικουμενικές αξίες, την ελευθερία του ατόμου, τη δυνατότητα να απολαμβάνει ο κάθε πολίτης από κοινού και ισότιμα τα αγαθά του παραχθέντος κοινωνικού πλούτου.
Η περίθαλψη και κοινωνικές παροχές για όλους, πρόσφυγες και ενδεείς γηγενείς πρέπει να βρίσκεται στην καρδιά αυτών των πολιτικών, αφού το αντίθετο είναι βούτυρο στο ψωμί του νεοφιλελευθερισμού και κινητοποιεί τον κοινωνικό αυτοματισμό.

Βρισκόμαστε μπροστά στη μεγαλύτερη προσφυγική και μεταναστευτική κρίση από τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο και μετά, η οποία πλαισιώνεται από την πιο δεινή οικονομική κρίση.
Βρισκόμαστε στην αρχή και όχι στην κορύφωση της προσφυγικής κρίσης: Η απειλή, που πλέον είναι πραγματικότητα, για κλείσιμο των συνόρων, επιτάχυνε τις εξελίξεις. Το 1,5 εκ. Σύρων που ζει στο Λίβανο, το 1 στην Ιορδανία και τα 2,5 στην Τουρκία, φανερώνουν με τον πιο εύγλωττο τρόπο την ταξικότητα της προσφυγιάς. Και φυσικά όλα εξαρτώνται από τις διεθνείς εξελίξεις και το τι μέλλει γενέσθαι, όχι μόνο στη Συρία, αλλά και στην ευρύτερη περιοχή.
Βρισκόμαστε μπροστά σε μία κρίση αλληλεγγύης της Ένωσης, μπροστά στην αδυναμία της να εφαρμόσει την συμπεφωνημένη πολιτική της Επιτροπής και όχι τις Εθνικές πολιτικές και να καταγγείλει την καταστρατήγηση των Διεθνών Συνθηκών: από τις 28 χώρες της Ένωσης και τις 80.000 θέσεις μετεγκατάστασης που συμφωνήθηκαν τον Οκτώβρη του 2015, μόνο τρεις χώρες έχουν ανταποκριθεί δίνοντας μόλις 2.000 θέσεις. Αντιθέτως, χώρες εμφανίστηκαν περίσσια πρόθυμες να στείλουν στρατό και αστυνομία, για να κλείσουν σύνορα τρίτης χώρας με κράτος-μέλος.

Είναι η ντροπή της Ευρώπης όταν η ορολογία που χρησιμοποιούμε για τους πρόσφυγες προσομοιάζει με αυτή που χρησιμοποιούμε για τα απορρίμματα. Διαβάζουμε συνέντευξη του Όγκεν Φρόιντ, αυστριακού σοσιαλδημοκράτη ευρωβουλευτή, με τίτλο «Όποιος δεν θέλει πρόσφυγες να πληρώσει». Διαβάζουμε δηλώσεις του δημάρχου Αθηναίων, Γ. Καμίνη «Καθαρίσαμε την Πλατεία Βικτωρίας».
Είναι ντροπή όλων των κρατών της Ευρώπης όταν η Τουρκία, σε αντίθεση με την τελευταία Έκθεση Προόδου της Επιτροπής, βαφτίζεται εν μία νυκτί «ασφαλής χώρα», προκειμένου να ανοίξει ο δρόμος για τις μαζικές επαναπροωθήσεις, κατά παράβαση όλων των διεθνών κειμένων, Συνθηκών και συμβάσεων: οι μαζικές επαναπροωθήσεις είναι απαράδεκτες, πρώτον, γιατί το άσυλο κρίνεται επί προσωπικής βάσης και όχι βάσει εθνικότητας, και δεύτερον, γιατί αποτελεί ευθεία παραβίαση των συνθηκών, αφού αποτελεί παρεμπόδιση στο άσυλο που προστατεύεται από τη Σύμβαση της Γενεύης και το συμπληρωματικό Πρωτόκολλο της Νέας Υόρκης. Μετά τις πρόσφατες εξελίξεις στην Τουρκία, η έννοια της «ασφαλούς χώρας» είναι αδύνατον να σταθεί σε ένα θεσμικό έδαφος που δεν προσφέρει πλέον καμία εγγύηση για την προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων για κανέναν. Τα αρμόδια διοικητικά και δικαστικά όργανα της χώρας οφείλουν να πάψουν τις επιστροφές (ή την έκδοση) στην Τουρκία, καθώς οι άνθρωποι αυτοί εκτίθενται σε απόλυτη διακινδύνευση των θεμελιωδών δικαιωμάτων τους
Είναι ντροπή της Ευρώπης η στρατιωτικοποίηση του προσφυγικού, που τη γυρίζει στα χρόνια του Μεσοπολέμου.
Είναι ντροπή της Ευρώπης το πόσο μοιάζουν οι συζητήσεις των Συνόδων για το προσφυγικό με τις αντίστοιχες της Διάσκεψης του Εβιάν το 1938, που οδήγησαν στο Ολοκαύτωμα, αυτόν τον παραλογισμό της ιστορίας.
Είναι ντροπή όλων μας όταν πληθαίνουν οι φήμες για νέα δίκτυα λαθροδιακινητών, επί ευρωπαϊκού εδάφους αυτή τη φορά, που υπόσχονται στους απελπισμένους, με το αζημίωτο πάντα, νέες διόδους αφύλακτες για να παρακαμφθούν τα κλειστά σύνορα της πΓΔΜ.

Δε θα κουραστώ να το λέω: η λύση στο προσφυγικό είναι η εξασφάλιση ασφαλούς διόδου από την Τουρκία στην Ευρώπη. Φαντάζει υποκριτικό να μιλάς για αυτούς που χάνουν τη ζωή τους στο Αιγαίο, όταν δε θέλεις να ακούσεις για κατάργηση της Οδηγίας 2001/51/ΕΚ της Ευρωπαϊκής Ένωσης, που ουσιαστικά υποβάλλει τους πρόσφυγες σε ένα τεστ επιβίωσης, στο οποίο θα αναδειχθεί νικητής ο πιο νέος, ο πιο υγιής, ο πιο δυνατός, ο πιο πλούσιος. Όπως είναι υποκριτικό να κλείνεις τα μάτια στην ύπαρξη του φράχτη στον Έβρο, τον οποίο ως αντιπολίτευση, και ορθώς, ονόμαζες μνημείο αναλγησίας.

Δεν πιστεύω σε περιούσιους λαούς, περιούσιους πολιτισμούς, περιούσιες ηπείρους: η ιστορία έχει αποδείξει, με τον πιο σκληρό τρόπο, ότι ο αγώνας για τη διασφάλιση των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και των πανανθρώπινων αξιών είναι αέναος και διαρκής: η Ευρώπη γέννησε τον Διαφωτισμό, γέννησε όμως και το Ολοκαύτωμα. Σήμερα, με τρόπο σαφή και ξεκάθαρο, καλούμεθα να διαλέξουμε σε ποια πλευρά της ευρωπαϊκής ιστορίας επιλέγουμε να σταθούμε.

 

blue

Ομιλία στην 4η Γενική Συνέλευση της Ένωσης Περιφερειών Ελλάδας (Αθήνα, 22 Οκτώβρη 2016)

Από το έτος ίδρυσής της, το 1994, η Επιτροπή των Περιφερειών, η Συνέλευση των τοπικών και περιφερειακών εκπροσώπων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, επιδιώκει να προσδώσει στην Ευρώπη έναν ακόμα πιο δημοκρατικό, αδιάβλητο και περιεκτικό χαρακτήρα. Πρωταρχικός στόχος της ΕΤΠ ήταν ανέκαθεν η δημιουργία μιας Ευρωπαϊκής Ένωσης που θα βρίσκεται σε επαφή με τους πολίτες και θα στηρίζεται από αυτούς. Η ΕΤΠ συστάθηκε με τη Συνθήκη του Μάαστριχτ για την αντιμετώπιση δύο βασικών θεμάτων.
Πρώτον, το 75% της νομοθεσίας της ΕΕ έχει εφαρμογή στο τοπικό ή το περιφερειακό επίπεδο και συνεπώς είναι λογικό οι αντιπρόσωποι των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης και περιφερειακής διοίκησης να συμμετέχουν στη διαδικασία κατάρτισης των νέων κοινοτικών νόμων.
Δεύτερον, διατυπώθηκε η ανησυχία ότι η Ευρώπη προχωρούσε μεν, άφηνε ωστόσο τους πολίτες πίσω της. Ένας τρόπος για να γεφυρωθεί αυτό το χάσμα ήταν να έλθουν οι εκλεγμένοι αντιπρόσωποι πιο κοντά στους πολίτες. Η συμμετοχική διαδικασία στη λήψη αποφάσεων, αλλά και στην εφαρμογή πολιτικών, αποτελεί μια μεγάλη πρόκληση για τις ευρωπαϊκές δημοκρατίες. Η συμμετοχική δημοκρατία αναφέρεται στην εμβάθυνση και στην ουσιαστική λειτουργία της δημοκρατίας, αλλά ταυτόχρονα αποτελεί ουσιαστική προϋπόθεση για την ανάπτυξη κάθε χώρας και κάθε περιοχής. Η προσχώρηση των πολιτών στην ευρωπαϊκή διαδικασία συνιστά πρόκληση για την αξιοπιστία της ευρωπαϊκής δημοκρατίας. Η ευρωπαϊκή ιθαγένεια οικοδομείται και η ευρωπαϊκή διακυβέρνηση οργανώνεται με βάση τη συμμετοχή. Οι περιφερειακές και τοπικές αρχές είναι οι θεματοφύλακες μιας αδήριτης δημοκρατικής νομιμότητας. Λογοδοτούν άμεσα στους πολίτες, αντιπροσωπεύουν ένα εξέχον μέρος της δημοκρατικής νομιμότητας στο εσωτερικό της Ευρωπαϊκής Ένωσης και ασκούν σημαντικό μέρος των πολιτικών εξουσιών. Άλλωστε, όπως έχουν καταδείξει κατά καιρούς διάφορες έρευνες του ευρωβαρόμετρου, η πλειονότητα των ευρωπαίων πολιτών θεωρεί ότι οι τοπικές και περιφερειακές αρχές δεν είναι μόνο το πλέον αξιόπιστο από τα επίπεδα διακυβέρνησης, αλλά και ο πλέον αρμόδιος φορέας για να εξηγήσει πώς οι ευρωπαϊκές πολιτικές επηρεάζουν την καθημερινή ζωή των πολιτών. Η ΕΤΠ διασφαλίζει τη θεσμική εκπροσώπηση του συνόλου των περιοχών, των περιφερειών, των πόλεων και των δήμων της Ευρωπαϊκής Ένωσης και έχει ως αποστολή την ενσωμάτωση των περιφερειακών και των τοπικών αρχών στην ευρωπαϊκή διαδικασία λήψης αποφάσεων, καθώς και την προαγωγή της μεγαλύτερης συμμετοχής των πολιτών. Αλλά, πρωτίστως, η ΕΤΠ και τα μέλη της είναι οι πρέσβεις της Ευρώπης στις περιφέρειες, στις πόλεις και στους δήμους τους, εκπροσωπώντας τους στον ευρωπαϊκό διάλογο και συμβάλλοντας στην αποσαφήνιση και στην επεξήγηση της εφαρμογής και του εδαφικού αντίκτυπου των κοινοτικών πολιτικών σε τοπικό και περιφερειακό επίπεδο. Η Συνθήκη της Λισσαβόνας έρχεται να ενισχύσει σήμερα την ΕΤΠ, παγιώνοντας τον ρόλο της ως θεματοφύλακας της αρχής της επικουρικότητας και δίνοντάς της το δικαίωμα να προσφύγει στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο, εφόσον φρονεί ότι η αρχή δεν έγινε σεβαστή. Η δυνατότητα της ΕΤΠ να προσβάλλει την εγκυρότητα της νομοθεσίας, προσφεύγοντας ενώπιον των ευρωπαϊκών δικαστηρίων, θα ωθήσει ακόμη περισσότερο την Ευρωπαϊκή Επιτροπή να μεριμνά, ώστε να ενσωματώνονται οι γνωμοδοτήσεις της ΕΤΠ στις σχετικές προτάσεις, πριν λάβουν τη μορφή νόμων. Στόχος των γνωμοδοτήσεων της ΕΤΠ είναι να επηρεάσουν τη νομοθετική διαδικασία ήδη από τα προπαρασκευαστικά στάδιά της, προτείνοντας πολιτικές προσεγγίσεις και προσανατολισμούς με βάση την πείρα και την εμπειρογνωμοσύνη των περιφερειακών και των τοπικών αρχών, οι οποίες είναι ως επί το πλείστον αρμόδιες για την εφαρμογή της νομοθεσίας. Περαιτέρω, η ΕΤΠ στηρίζεται στο Δίκτυο παρακολούθησης της επικουρικότητας, που έχει δημιουργηθεί, προκειμένου να εξασφαλίζεται έτσι ότι συμμετέχουν οι τοπικές και περιφερειακές αρχές στην επεξεργασία, εφαρμογή και αξιολόγηση των πολιτικών της ΕΕ. Ακόμα, η ΕΤΠ συμμετέχει σε όλα τα στάδια της νομοθετικής διαδικασίας, καθότι η διαβούλευση καθίσταται υποχρεωτική, όχι μόνο για την Ευρωπαϊκή Επιτροπή και το Συμβούλιο Υπουργών, αλλά και για το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο. Η Συνθήκη της Λισσαβόνας μεταβάλλει και τη σχέση της ΕΤΠ με τα άλλα όργανα της ΕΕ. Η ΕΤΠ αποκτά ενισχυμένη παρουσία σε όλα τα στάδια επεξεργασίας των νόμων της ΕΕ, από την επεξεργασία και την τροποποίηση έως την παρακολούθηση της νομοθεσίας που αφορά τις τοπικές και περιφερειακές αρχές. Με αυτόν τον τρόπο διασφαλίζεται, αφενός μεν η μεγαλύτερη συμβολή στις πολιτικές της ΕΕ όλων των βαθμίδων διακυβέρνησης που βρίσκονται εγγύτερα στο κοινό, αφετέρου δε η υψηλότερη συμμετοχή των πολιτών στην ευρωπαϊκή ολοκλήρωση.
Ωστόσο, η εφαρμογή των αλλαγών που προβλέπει η συνθήκη της Λισσαβόνας εξαρτάται, από την ενίσχυση του θεσμικού ρόλου της περιφέρειας. Πιο συγκεκριμένα, η ευρωπαϊκή περιφέρεια προκειμένου να ενδυναμώσει το ρόλο της στο ευρωπαϊκό decision making και policy making θα πρέπει να επιτύχει μία δυναμική αποκέντρωση σε επίπεδο διαχείρισης, διοίκησης και δημοσιονομικών. Για να επιτευχθεί το μεγαλεπήβολο εγχείρημα της λειτουργικής αποκέντρωσης, θα πρέπει να οργανωθεί στο πλαίσιο μίας χρηστής διακυβέρνησης που θα επιβλέπει την ποιότητα της διοικητικής οργάνωσης και θα σέβεται τα δικαιώματα του πολίτη. Η ενδυνάμωση του θεσμικού ρόλου της περιφέρειας θα πρέπει να έχει ως βάση της, την αλλαγή νοοτροπίας και πιο συγκεκριμένα τη συνειδητοποίηση της ισχύος της και το «άνοιγμά» της προς στους πολίτες. Τα τελευταία 20 περίπου χρόνια στα κράτη μέλη της Ε.Ε. και ιδίως στα κράτη της Ε.Ε. των 15, πραγματοποιήθηκαν σημαντικές μεταρρυθμίσεις στο διοικητικό τους σύστημα, οι οποίες ανέδειξαν την Περιφέρεια στο ρόλο του προγραμματιστή της περιφερειακής ανάπτυξης. Στο πλαίσιο της Ε.Ε. στόχος είναι η δημιουργία ισχυρότερων περιφερειών, πιο «ανοιχτών» προς τους πολίτες, με ισχυρότερη φωνή στην ΕΤΠ και κατά επέκταση ενεργότερη συμμετοχή στη λήψη αποφάσεων της Ευρώπης.
Γιατί στην υπόλοιπη Ευρώπη, «Η Ευρώπη των περιφερειών» δεν είναι κενό γράμμα: το είδαμε πρόσφατα, όταν μία μικρή Περιφέρεια του Βελγίου, μπόρεσε να μπλοκάρει την συμφωνία ΕΕ-Καναδά, την CETA.
Προς αυτήν την κατεύθυνση πραγματοποιήθηκε και η ελληνική Διοικητική Μεταρρύθμιση (Πρόγραμμα «Καλλικράτης»), η οποία είχε διττό στόχο. Αφενός μεν, τη δημιουργία μεγαλύτερων και ισχυρότερων διοικητικών ενοτήτων (τόσο σε επίπεδο Περιφερειών, όσο και σε επίπεδων Δήμων), με απώτερο στόχο να εξυπηρετείται η αποτελεσματικότερη υπεράσπιση και διεκδίκηση των συμφερόντων των Ελληνικών περιφερειών στα αρμόδια όργανα της ΕΕ, αφετέρου δε, την ενίσχυση της συμμετοχικότητας μέσω της διαβούλευσης.
Ο Καλλικράτης ήταν ένα πολύ χρήσιμο εργαλείο, που αποπνέει όμως τη φιλοσοφία μίας άλλης εποχής, με διαφορετικά οικονομικά και κοινωνικά χαρακτηριστικά και διαφορετικές ανάγκες. Μετά από 6 χρόνια εφαρμογής έχουμε τη δυνατότητα να διαπιστώσουμε και να εντοπίσουμε τις δυσλειτουργίες του, και σήμερα βρισκόμαστε στη φάση της διαβούλευσης του πολυνομοσχεδίου Αναθεώρησης του οικείου Υπουργείου.
Εμείς στην περσινή συνάντησή μας στην Λευκάδα καταθέσαμε λεπτομερώς τις προτάσεις μας με το βλέμμα στο μέλλον της Αυτοδιοίκησης με σκοπό την ενδυνάμωσή της και όχι την αποδυνάμωσή της και παραμένουμε πάντα παρόντες στο διάλογο και τη διαβούλευση.


Ομιλία στην 3η Γενική Συνέλευση της Ένωσης Περιφερειών (Λευκάδα, 27 Νοέμβρη). 11 συν μία προτάσεις για την αναθεώρηση του Καλλικράτη


Σήμερα, παρακολούθησα από το πρωί πολύ ενδιαφέρουσες εισηγήσεις, συναδέλφων με μεγάλη πείρα στην τοπική Αυτοδιοίκηση α' και β' βαθμού.
Ας δούμε, λοιπόν, ποια είναι η κατάσταση στην Ελλάδα, πέρα από ευρωπαϊκές προτροπές και ευχολόγια:
Ας ξεκινήσουμε από μια μεγάλη αλήθεια: Το κεντρικό κράτος ήθελε και θέλει να ελέγχει απόλυτα την Τοπική Αυτοδιοίκηση: και σε αυτή την επιθυμία εγγράφονται πλήθος παθογενειών. Από το γεγονός ότι η Τοπική Αυτοδιοίκηση θεωρήθηκε πάντα το εφαλτήριο για είσοδο στην κεντρική πολιτική σκηνή (μία θητεία Δήμαρχος ή Περιφερειάρχης και κατόπιν υποψηφιότητα για Βουλευτής), είτε υποψηφιότητες της τελευταίας στιγμής κεντρικών κομματικών στελεχών (μία τέτοια περίπτωση είναι η ομιλούσα). Κανένα Κόμμα δε σεβάστηκε την αυτοτέλεια της Τοπικής Αυτοδιοίκησης, εξαιρετικά λίγα στελέχη της έμειναν πιστά εκ πεποιθήσεως, και όχι από συγκυρία, στην αποστολή τους. Και αυτή η συναλλαγή και υπόγεια σχέση έχει πλήθος αρνητικών παρελκομένων: ας είμαι συγκαταβατικός με τον Υπουργό, ας μην είμαι διεκδικητικός, αύριο θα χρειαστώ στο εσωκομματικό παιχνίδι τη στήριξή του. Και φυσικά όλα τα παραπάνω δε σημαίνουν κατάθεση της κομματικής ταυτότητας, αλλά απαιτούν να λειτουργεί κάποιος πρώτα ως αυτοδιοικητικό στέλεχος και μετά ως κομματικό.
Δεν μπορούμε να μιλάμε για νέο μοντέλο διακυβέρνησης σε επίπεδο περιφέρειας, ένα σύνθετο και πολυεπίπεδο ζήτημα, χωρίς οριοθέτηση αρμοδιοτήτων: Απαιτείται αποκεντρωμένη λειτουργία στην πράξη και όχι στα χαρτιά. Και αυτό σημαίνει πρώτα απ' όλα κατάργηση της Αποκεντρωμένης Διοίκησης και πόρους. Συζητάμε για μεταφορά της Δημόσιας Υγείας στις Περιφέρειες. Για μεταφορά πόρων, προσωπικού και δε συζητάμε με τι πόρους θα γίνουν όλα αυτά, τη στιγμή που το προσχέδιο προϋπολογισμού για το 2017 προβλέπει μείωση κατά 25.000.000 ευρώ. Και ας θυμηθούμε εδώ την παρότρυνση τόσο της Επιτροπής Περιφερειών της ΕΕ όσο και του Κογκρέσου Τοπικών και Περιφερειακών Αρχών «Διεκδικείστε από τις κυβερνήσεις σας τα χρήματα που σας ανήκουν».

 

3-3

Τοποθέτηση στη διάσκεψη για την ενίσχυση της συμμετοχής των Ρομά στα συμβουλευτικά όργανα λήψης αποφάσεων (Αθήνα, 17 Οκτώβρη 2016)

Αγαπητές όλες και ολοι,

Θα ήθελα να συγχαρώ το Υπουργείο Εσωτερικών και Διοικητικής Ανασυγκρότησης, καθώς και το Συμβούλιο της Ευρώπης για την πρωτοβουλία της οργάνωσης αυτής της διάσκεψης για ένα τόσο σημαντικό θέμα.
Νομίζω ότι είμαι βετεράνος σε αυτή την αίθουσα στην ανάδειξη των ζητημάτων Ρομά στα διεθνή Φόρα, καθώς παρακολουθώ τη συγκεκριμένη Επιτροπή του Συμβουλίου από την πρώτη μέρα της λειτουργίας της, το 2006 στο Στρασβούργο, συμμετέχοντας εκ μέρους της Μόνιμης Ελληνικής Αντιπροσωπείας στο Συμβούλιο, αργότερα ως βουλευτής, μέλος της Κοινοβουλευτικής Συνέλευσης του Συμβουλίου της Ευρώπης και της Επιτροπής Ισότητας, Μειονοτήτων και κατά των Διακρίσεων, ως Γενική Εισηγήτρια για τον ρατσισμό και την Ξενοφοβία, ως Περιφερειακός Σύμβουλος.
Η ενασχόλησή μου με το πεδίο αυτά τα χρόνια μου επιτρέπει να καταθέσω προς προβληματισμό μία σειρά από σκέψεις και συμπεράσματα, αναφορικά με την κατάσταση των Ρομά, αυτων των "ταξικών αποβλήτων", ανά την Ευρώπη:
Οι Ρομά είναι η πιο μειονότητα από τις μειονότητες, καταδικασμένοι στην αφάνεια, αφού δεν υπάρχει καμία κρατική οντότητα η οποία να δίνει μάχες για τα δικαιώματά τους και να προωθεί τα θέματά τους στους Διεθνείς Οργανισμούς.
Η εφαρμογή των αποφάσεων των Διεθνών Οργανισμών για θέματα Ρομά γίνεται αντιληπτή από σημαντικό, δυστυχώς, κομμάτι κρατών ως φιλανθρωπία ή αλληλεγγύη, ενώ είναι συμβατική υποχρέωση, όπως αυτό προκύπτει από την παρουσία των κρατών στα διεθνή φόρα.
Στις περιόδους της οικονομικής κρίσης, αλλά και της ιδιότυπης, με τις επιμέρους ιδιαιτερότητες, έξαρσης του εθνικισμού, η προστασία των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων φαντάζει πολυτέλεια. Όμως, απάντηση στις σύγχρονες πολιτικοκοινωνικές στρεβλώσεις, όπως ο ρατσισμός, η ξενοφοβία, ο νεοναζισμός, είναι ακριβώς αυτή: περισσότερα δικαιώματα, περισσότερη δημοκρατία, ενίσχυση του Κράτους Δικαίου.
Ακόμη και στις χώρες όπου υπάρχει επαρκές νομοθετικό πλαίσιο και πλήρης εφαρμογή των αποφάσεων του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (ΕΔΑΔ), έχουμε να αντιμετωπίσουμε στερεότυπα και προκαταλήψεις που δυσχεραίνουν το έργο ακόμη και των πιο ευέλικτων και συνεργάσιμων Διοικήσεων. Δεν εθελοτυφλώ: οι αρνητικοί συνειρμοί εναντίον των Ρομά συντηρούνται και ενισχύονται και από τη σχετικά αυξημένη εγκληματικότητα μεταξύ τους, που δεν οφείλεται βέβαια σε κάποιο εγγενές χαρακτηριστικό της φυλής, αλλά στα υψηλά επίπεδα φτώχειας στις τάξεις τους.
Ο δρόμος που έχουμε να διανύσουμε ως ευρωπαϊκές κοινωνίες του 21ου αιώνα είναι μακρύς και περνά μόνο μέσα από την παιδεία και την ευαισθητοποίηση, καθώς και τη συνεργασία με την κοινωνία των πολιτών, διαδικασία χρονοβόρα και επίπονη, αλλά επιτακτική ανάγκη.
Το στεγαστικό αναδεικνύεται ως το κυριότερο διακύβευμα, από την εξέλιξη του οποίου εξαρτάται και η πρόσβαση σε δημόσια αγαθά (ιατρική - προνοιακή μέριμνα, εκπαίδευση κ.ά.).
Η κατάσταση των Ρομά στην Ευρώπη ειναι συνδεδεμένη απόλυτα με το βαθμό κοινωνικής συνοχής.
Υπάρχουν χώρες για τις οποίες δεν υπάρχουν καθόλου στατιστικά στοιχεία, οπότε δεν μπορούμε να έχουμε πλήρη εικόνα για βασικά θέματα, όπως ο βαθμός πολιτογράφησης, οι πρόωροι γάμοι κλπ.
Η απροθυμία για εφαρμογή καλών πρακτικών μεταφράζεται σε ιδιαίτερα χαρακτηριστικά και σεβασμό κουλτούρας και παρατηρείται πως πάρα πολλά πράγματα εξαρτώνται από την προσωπικότητα και την ευαισθησία των ανθρώπων της τοπικής αυτοδιοίκησης, η οποία είναι κατά κανόνα και ο πρώτος, άμεσος φορέας θεσμικής και κοινωνικής διαντίδρασης. Δεν μπορούμε όμως πάντα να βασιζόμαστε στις προσωπικές ευαισθησίες εκπροσώπων φορέων.
Υπάρχουν πάρα πολλές επικαλύψεις αρμοδιοτήτων φορέων και Διεθνών Οργανισμών που κάνουν τη λήψη και εφαρμογή αποφάσεων εξαιρετικά δυσχερή και διασπαθίζουν δυνάμεις.
Είναι πολύ σημαντική η εξαγγελία του αρμόδιου Υπουργού για τη σύσταση ΓΓ Ρομά. Όμως στην πορεία της υλοποίησης πρέπει να δούμε τη θεσμική θωράκιση αυτής και τις αρμοδιότητες με τις οποίες θα προικιστεί προκειμένου να γίνει ένα ουσιαστικό εργαλείο επίλυσης ζητημάτων και όχι ακόμη μία κενή καρέκλα.
Είναι επίσης, πολύ σημαντική η απόφαση των Ρομά να ξεπεράσουν τις διαφωνίες τους και να προχωρήσουν στη σύσταση Συνομοσπονδίας, προκειμένου να συμμετέχουν στα κέντρα λήψης αποφάσεων, με συλλογικά όργανα.
Εύομαι καλή επιτυχία στις εργασίες της διάσκεψης, και τα συμπεράσματα που θα εξαχθούν να αποτελέσουν την πυξίδα χάραξης πολιτικών που θα υλοποιηθούν άμεσα.

 

14799988 1176195175807374 1872876328 o

Χαιρετισμός στην εκδήλωση του Παρατηρητηρίου Διεθνών Οργανισμών και Παγκοσμιοποίησης για τα 71 χρόνια από τη Χιροσίμα

Θα ήθελα να συγχαρώ το Παρατηρητήριο Διεθνών Οργανισμών και Παγκοσμιοποίησης για την πρωτοβουλία του να μας θυμίσει ένα από τα μεγαλύτερα εγκλήματα στην ιστορία της ανθρωπότητας, το οποίο, 71 χρόνια μετά το Ναγκασάκι και τη Χιροσίμα, παραμένει δραματικά επίκαιρο.
Σήμερα η μνήμη μας ανατρέχει σε αυτή την άνανδρη επίδειξη δύναμης, η οποία μακροπρόθεσμο στόχο είχε να δείξει στον κόσμο πώς σκοπεύουν να πολιτευθούν οι νικητές και τι περίμενε τους απείθαρχους.
Με πολύ μεγάλο ενδιαφέρον άκουσα όλες τις εξαιρετικές εισηγήσεις και χαιρετίζω, ιδιαίτερα, τις προτάσεις του ακάματου Πάνου Τριγάζη για τη συνταγματική κατοχύρωση της Ελλάδας ως χώρα με αντιπυρηνικό status, όπως και την ενσωμάτωση στη Χάρτα των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου το δικαίωμα στην Ειρήνη (θυμίζω ότι υπάρχει σχετική απόφαση της Γενικής Συνέλευσης των Ηνωμένων Εθνών).
Η καταδίκη της σημερινής επετείου δε θα είχε κανένα νόημα, αν δεν συνδεόταν με τον καθημερινό αγώνα για την οριστική απαλλαγή του πλανήτη από τα πυρηνικά. Απαιτεί τη δέσμευση όλων των κρατών να επιτευχθεί παγκόσμιος και πλήρης αφοπλισμός, κάτω από αυστηρό και διεθνή έλεγχο.
Ως Πρόεδρος της Πρωτοβουλίας Έτος Κύπρου, κυρίως όμως, ως ενεργός πολίτης και μάνα, δεν μπορώ να μη σημειώσω ότι οι παγκόσμιες στρατιωτικές δαπάνες ανέρχονται σε 5 δις δολάρια την ημέρα, όταν ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας, όταν πολεμά τόσες επιδημίες και ασθένειες, δεν έχει ούτε τον μισό από αυτόν τον προϋπολογισμό ΕΤΗΣΙΩΣ.
Και όλα αυτά, όταν η περιοχή μας απορροφά το 30% της παραγωγής της παγκόσμιας στρατιωτικής βιομηχανίας.
Από τις πρώτες προτεραιότητες μιας προοδευτικής κυβέρνησης οφείλει να είναι ο συνεχής αγώνας για αφοπλισμό και ειρηνική διαβίωση. Είναι ένα στοίχημα που οι προοδευτικοί άνθρωποι πέπει να κερδίσουμε. Το οφείλουμε στις μελλούμενες γενεές.

 

blue

Ο ρόλος της Τοπικής Αυτοδιοίκησης στην πρόληψη του εξτρεμισμού, Συνέδριο για τον Εξτρεμισμό και την Πρόληψη στην Ευρώπη (Αθήνα, 23 Μαΐου 2016)

Η πρόληψη του εξτρεμισμού είναι μέρος της πολιτικής της κοινωνικής συνοχής. Ακούγοντας τους προηγούμενους ομιλητές από την υπόλοιπη Ευρώπη, πραγματικά αισθάνθηκα ζήλεια. Εδώ και χρόνια εφαρμόζουν πολιτικές, έχουν χρηματοδότηση από την κυβέρνηση, εξειδικευμένο προσωπικό, χρονικά καθορισμένα πλάνα για μελλοντικές δράσεις.
Στην Ελλάδα, ο θεσμός της Τοπικής Αυτοδιοίκησης Β' βαθμού τον οποίο υπηρετώ από τη θέση της ελάσσονος αντιπολίτευσης, είναι σχετικά καινούριος, μη εμπεδωμένος στη συνείδηση των πολιτών, αλλά και των ίδιων των Περιφερειαρχών, οι οποίοι δεν έχουν συνειδητοποιήσει σε όλο το εύρος τις δυνατότητες που αυτός παρέχει. Υπάρχει έλλειψη νομικού πλαισίου, αφού η λειτουργία του θεσμού διέπεται από Νόμο του 2010, του οποίου τα τρωτά σημεία έχουν αναδειχθεί, μετά από 6 χρόνια εφαρμογής. Επίσης, ήταν ένα πολύ χρήσιμο εργαλείο, το οποίο όμως αναφερόταν σε άλλες οικονομικές, και συνεπώς, κοινωνικές συνθήκες. Χρειάζονται, λοιπόν, γενναίες τροποποιήσεις, προκειμένου να δοθούν στην Περιφέρεια τα νομικά εργαλεία δράσης.
Η Κοινωνική πολιτική στην Ελλάδα, βάσει του προαναφερθέντος Νόμου, ανήκει θεσμικά στον α' βαθμό. Βέβαια, όπως είναι η περίπτωση της Περιφέρειας Αττικής, πάντα υπάρχει περιθώριο δράσεων, οι οποίες όμως προϋποθέτουν τη διάθεση από την πλευρά του αρμοδίου. Επειδή όμως δεν μπορούμε να στηριζόμαστε στις καλές ή κακές προθέσεις αιρετών, είναι απαραίτητη η δημιουργία, ή σε άλλες περιπτώσεις η ενίσχυση του θεσμικού πλαισίου.
Στην πολιτική, όπως και στην επιστήμη, τα πεδία δημιουργούνται: η περίπτωση της προσφυγικής κρίσης που είναι σε εξέλιξη δίνει ένα σαφές παράδειγμα ad hoc κινητοποίησης, και μάλιστα, αρχικά χωρίς θεσμικό πλαίσιο, με κίνδυνο οι αποφάσεις του Περιφερειακού, αλλά και της Περιφερειακής Αρχής, να μην μπορούν να υλοποιηθούν λόγω απόρριψης από τους οικονομικούς ελεγκτικούς μηχανισμούς. Όμως τα προβλήματα ήταν τόσο πιεστικά, η απουσία του κεντρικού κράτους τόσο εμφανής που η δράση της Περιφέρειας ώθησε την νομοθέτηση ικανού πλαισίου.
Δυστυχώς, η αντιμετώπιση του εξτρεμισμού έχει ανατεθεί, διεθνώς σε αντιτρομοκρατικές προσπάθειες του στρατού και της κυβέρνησης που αγνοούν τον κρίσιμο ρόλο της κοινωνίας των πολιτών και την πρόληψη της ριζοσπαστικοποίησης.
Η βιβλιογραφία, αλλά και η διεθνής πρακτική, δείχνει ότι προκρίνονται τέσσερις τομείς δράσης: η πρόληψη της ριζοσπαστικοποίησης, η παρέμβαση εξ ονόματος των ατόμων που έχουν ριζοσπαστικοποιηθεί, ο εντοπισμός και τιμωρία όσων έχουν εμπλακεί σε εγκληματική συμπεριφορά και η επανένταξη στην κοινωνία όσων φυλακισμένων παραβατών έχουν εκτίσει την ποινή τους.
Διαπιστώνουμε, δυστυχώς, ότι δίνεται έμφαση στην καταστολή και στην απαγόρευση. Υπάρχουν πολύ λίγες χώρες που έχουν προγράμματα που αφορούν και στις τέσσερις αυτές πτυχές -ιδιαίτερα την παρέμβαση και την επανένταξη. Ένα τέτοιο κενό έχει ως αποτέλεσμα να μην αλλάζουν συμπεριφορά τα άτομα που έχουν αρχίσει να ριζοσπαστικοποιούνται και να μην επανενσωματώνονται όσοι ενήργησαν βίαια και εγκληματικά.

Είναι σημαντικό να τονίσουμε ότι η Τοπική Αυτοδιοίκηση πρέπει να έχει καίριο ρόλο σε ζητήματα σαν αυτό που συζητάμε σήμερα, καθώς είναι ο θεσμός ο εγγύτερος στον πολίτη. Το πρώτο βήμα για την αποτροπή του εξτρεμισμού είναι το να καλλιεργηθεί ανάμεσα στα μέλη της κοινότητας το αίσθημα του πολίτη, του συνανήκειν και να δημιουργηθούν σχέσεις εμπιστοσύνης μεταξύ διοίκησης και διοικούμενου.
Ένα πρόβλημα που αντιμετωπίζουμε συχνά όταν προσπαθούμε να εφαρμόσουμε ανάλογες δράσεις είναι ότι από μερίδα πολιτών, αλλά και διαμορφωτών κοινής γνώμης, θεωρείται σπατάλη, ειδικά σε περιόδους οικονομικής κρίσης όπως σήμερα. Πρέπει να γίνει σαφές ότι ειδικά σε περιόδους οικονομικής κρίσης πρέπει να δημιουργούνται επιπλέον δίχτυα προστασίας.
Κλείνοντας, επαναλαμβάνω ότι ανάλογα ζητήματα είναι σε σπαργανικό στάδιο ακόμη στην Ελλάδα και δεν απασχολούν την τοπική Αυτοδιοίκηση. Δεσμεύομαι να παρουσιάσω μία ολοκληρωμένη πρόταση στο Περιφερειακό Συμβούλιο Αττικής, η οποία θα περιλαμβάνει προτάσεις χρηματοδότησης, αναζήτησης πολιτικής στήριξης και συμμαχιών, αλλά και ολοκληρωμένες πολιτικές, όπως τη δημιουργία αυτοτελούς γραφείου αποτροπής του εξτρεμισμού και η αξιοποίηση των καλών ευρωπαϊκών πρακτικών.

top banner par-2

 
Copyright © 2012. www.mariayannakaki.gr | Όλα τα νέα σήμερα newspolis.gr | Designed by Shape5.com

Η επίσημη ιστοσελίδα της Μαρίας Γιαννακάκη | υποψηφιοι, Αττική, περιφέρεια, Παρέμβαση, για την Αττική, Β' Πειραιά, Κορυδαλλός, Κερατσίνι, Νίκαια, Δραπετσώνα, Αγ. Ιωάννης, Ρέντης, Πέραμα, Πειραιάς, Ανθρώπινα, δικαιώματα, LGBT, ισότητα, Εξωτερική, πολιτική, Εθνική Άμυνα, Τουρκία, Κύπρος, Κυπριακό, Ευρωπαϊκή, Ένωση, ομοφυλόφιλοι, Ρομά